Η εμπορική συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur ανοίγει κερκόπορτα με την εισαγωγή φτηνών και αμφιβόλου ποιότητoς προϊόντων από τη Λατινική Αμερική
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Η Ευρωπαϊκή Ενωση και η ομάδα των χωρών Mercosur (δηλαδή Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη και Ουρουγουάη) βρίσκονται στο τελικό στάδιο διαπραγμάτευσης μιας εμπορικής συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου, η οποία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές συμφωνίες στην ιστορία της Ε.Ε. και επιδιώκεται να υπογραφεί, ύστερα από την αναβολή που δόθηκε προ ημερών, μέσα στον Ιανουάριο.
Το deal στοχεύει στην κατάργηση των δασμών σε πάνω από το 90% των εμπορικών αγαθών που διακινούνται μεταξύ των δύο πλευρών, καθώς και στη διεύρυνση της πρόσβασης της Ε.Ε. στις αγορές της Λατινικής Αμερικής, ενώ αντίστοιχα θα ανοίξει η ευρωπαϊκή αγορά σε νοτιοαμερικανικά προϊόντα.
Ωστόσο, παρά τα υποτιθέμενα οικονομικά οφέλη, η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις εντός της Ε.Ε. -ειδικά μεταξύ αγροτών, περιβαλλοντικών οργανώσεων και πολιτικών δυνάμεων-, αφού θεωρείται ότι θα κοστίσει περισσότερο στις μικρές και μεσαίες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου παρά θα ωφελήσει.
Καταρχάς, οι οικονομικές επιπτώσεις στην ελληνική γεωργία προβλέπονται καταστροφικές. Σε χώρες της Νότιας Ευρώπης όπως η Ελλάδα, όπου η γεωργία αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας και απασχολεί μεγάλο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού, οι παρενέργειες από την εισαγωγή φθηνότερων προϊόντων από τη Mercosur θα είναι πολύ σοβαρές:
– Ανταγωνισμός με χαμηλότερο κόστος παραγωγής: Οι Mercosur χώρες εξάγουν μεγάλες ποσότητες κρέατος, σόγιας, ρυζιού, ζάχαρης και άλλων αγροτικών προϊόντων με χαμηλότερο κόστος παραγωγής και φθηνότερη εργασία σε σύγκριση με την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές των γεωργικών προϊόντων από αυτές τις χώρες μπορεί να είναι σημαντικά πιο χαμηλές από αυτές που μπορούν να προσφέρουν οι ελληνικοί και ευρωπαϊκοί παραγωγοί. Οι Ευρωπαίοι αγρότες ήδη εκφράζουν φόβους ότι θα αναγκαστούν να μειώσουν τις τιμές τους μέχρι και 30% ή περισσότερο για να ανταγωνιστούν τις εισαγωγές.
– Κίνδυνος απώλειας εισοδημάτων για μικρομεσαίους παραγωγούς: Η πιθανή αύξηση εισαγόμενων προϊόντων όπως μοσχαρίσιο κρέας, πουλερικά και σιτηρά με χαμηλότερες παραγωγικές προδιαγραφές θα οδηγήσει στη συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους των ελληνικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων παραγωγών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταγωνιστούν τιμολογιακά.
– Αστάθεια τιμών στις εγχώριες αγορές: Η εισροή μεγάλων ποσοτήτων φθηνών προϊόντων θα επιφέρει πιέσεις στις τοπικές τιμές, κάνοντας δύσκολη την επιβίωση αγροτικών επιχειρήσεων που στηρίζονται σε τιμές παραγωγού υψηλότερες από αυτές των εισαγόμενων προϊόντων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής, εγκατάλειψη αγροτικών εκτάσεων και αύξηση της εξάρτησης από εισαγόμενα τρόφιμα.
Η εμπορική συμφωνία δεν αφορά μόνο οικονομικά ζητήματα – η παραγωγή και τα πρότυπα ποιότητας των προϊόντων έχουν μείζονες περιβαλλοντικές και υγειονομικές συνέπειες:
– Αμφισβητούμενα περιβαλλοντικά πρότυπα: Φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η αύξηση εξαγωγών από Mercosur χώρες μπορεί να εντείνει την αποψίλωση του Αμαζονίου και άλλων ευαίσθητων οικοσυστημάτων, λόγω της ανάγκης για επέκταση βοσκοτόπων και εκτάσεων καλλιέργειας. Με αυτόν τον τρόπο η συμφωνία αντιβαίνει στους ευρωπαϊκούς στόχους για κλιματική ουδετερότητα και δέσμευση κατά της αποψίλωσης.
– Διαφορές στα πρότυπα παραγωγής: Τα πρότυπα για χρήση φυτοφαρμάκων, ορμονών, αντιβιοτικών και άλλων ουσιών στις Mercosur χώρες είναι σε πολλές περιπτώσεις λιγότερο αυστηρά από εκείνα της Ε.Ε. Υπάρχουν φόβοι ότι προϊόντα που δεν θα μπορούσαν να παραχθούν εντός Ε.Ε. θα εισάγονται με λιγότερο απαιτητικούς κανόνες ασφάλειας και ιχνηλασιμότητας, υπονομεύοντας τις ελληνικές και ευρωπαϊκές ρυθμίσεις για ασφάλεια τροφίμων.
Η ταξινόμηση των επιπτώσεων δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην οικονομία. Η συμφωνία έχει και βαθιά κοινωνικά αποτελέσματα:
– Ανεργία και αποδημία από την ύπαιθρο: Εάν η αγροτική παραγωγή μειωθεί δραστικά λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού, είναι πιθανό πολλοί Ελληνες αγρότες να χάσουν τα εισοδήματά τους, οδηγώντας σε αποψίλωση αγροτικών περιοχών, αύξηση της ανεργίας και μετανάστευση στην πόλη ή στο εξωτερικό.
– Κοινωνική αστάθεια και ανισότητες: Η πίεση στις τιμές παραγωγού και η συρρίκνωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων θα ενισχύσει τις ανισότητες μεταξύ μεγάλων γεωργικών ομίλων και μικρών παραγωγών, με αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό ιστό πολλών κοινοτήτων. Αυτό, με τη σειρά του, θα οδηγήσει σε αύξηση κοινωνικών εντάσεων, διαμαρτυριών και πολιτικής πόλωσης.
Αν και η συμφωνία παρουσιάζεται πρωτίστως ως κίνηση με γεωπολιτικό χαρακτήρα -όπως η μείωση της οικονομικής εξάρτησης από Κίνα και ΗΠΑ και η διεύρυνση των εξαγωγών ευρωπαϊκών προϊόντων-, οι ενδογενείς αντιθέσεις δείχνουν ότι το συμφωνηθέν πλαίσιο δεν είναι καθολικά αποδεκτό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συμφωνία παρουσιάζεται ως στρατηγικό εργαλείο ενίσχυσης του διεθνούς ρόλου της Ε.Ε., σε μια περίοδο αυξανόμενου γεωοικονομικού ανταγωνισμού και αναδιάταξης των παγκόσμιων αλυσίδων εμπορίου.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική των «αμοιβαίων οφελών», πληθαίνουν οι φωνές που επισημαίνουν ότι το κόστος δεν κατανέμεται ισόρροπα μεταξύ των κρατών-μελών.
Ηδη ορισμένα κράτη-μέλη της Ε.Ε. (όπως Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία) έχουν εκφράσει έντονες αμφιβολίες και αντιστάσεις, ειδικά όσον αφορά την προστασία της γεωργίας και του περιβάλλοντος, και γι’ αυτό μπλόκαραν επί του παρόντος την υπογραφή της. Οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών φοβούνται ότι οι ευάλωτοι γεωργικοί τομείς τους θα υποστούν ζημίες από τις εισαγωγές προϊόντων Mercosur.
Ως απάντηση στις αντιδράσεις, η Ε.Ε. έχει προτείνει να ενισχυθούν οι δασμοί και μηχανισμοί διασφάλισης για να προστατευτούν «ευαίσθητοι» αγροτικοί τομείς από υπερβολικές εισαγωγές, με σκοπό να μετριάσει τις πιέσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι λύσεις αυτές θεωρούνται ανεπαρκείς από τους παραγωγούς, ενώ η ελληνική κυβέρνηση έχει σπεύσει ακρίτως να εκφράσει την υποστήριξή της στη συμφωνία παρά τις έντονες αντιδράσεις που υπάρχουν από τον αγροτικό και κτηνοτροφικό πληθυσμό εντός της χώρας.
Χωρίς δίχτυ ασφαλείας γεωργία και κτηνοτροφία
Η συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur, αν και επικαλείται πιθανές οικονομικές ευκαιρίες και γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους για χώρες όπως η Ελλάδα, ιδιαίτερα στους τομείς της οικονομικής βιωσιμότητας της γεωργίας, της περιβαλλοντικής προστασίας, της παραγωγής με υψηλά πρότυπα και της κοινωνικής συνοχής και της απασχόλησης στην ύπαιθρο.
Τι χάνει, λοιπόν, η Ελλάδα; Καταρχάς η αγροτική παραγωγή μένει χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Για την Ελλάδα, η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς ακόμα ένας κλάδος, αλλά κορμός της περιφερειακής οικονομίας και βασική πηγή απασχόλησης στην ύπαιθρο. Η εισαγωγή φθηνών προϊόντων από τη Mercosur συμπιέζει τις τιμές παραγωγού, μειώνει τα αγροτικά εισοδήματα και απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων.
Η Ελλάδα διαθέτει αγροτικό τομέα βασισμένο κυρίως σε μικρές και μεσαίες οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, με υψηλό κόστος παραγωγής λόγω ενέργειας, εισροών, φορολογίας και αυστηρών περιβαλλοντικών και υγειονομικών κανόνων.
Αντίθετα, οι χώρες της Mercosur παράγουν μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων -κυρίως κρέας, ζωοτροφές, σόγια, ρύζι και ζάχαρη- με χαμηλότερο κόστος εργασίας και χαλαρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η μαζική είσοδος τέτοιων προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό και να ασκήσει καθοδική πίεση στις τιμές παραγωγού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αγροτικών οργανώσεων, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί ενδέχεται να αναγκαστούν να μειώσουν τις τιμές τους ακόμη και κατά 20%-30% για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί, εξέλιξη που για πολλές ελληνικές εκμεταλλεύσεις ισοδυναμεί με οικονομική ασφυξία.
Ταφόπλακα στον πρωτογενή τομέα της χώρας μας
Οι κλάδοι που θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένοι είναι η κτηνοτροφία, τα δημητριακά και ορισμένα προϊόντα χαμηλής μεταποίησης. Για την Ελλάδα, όπου η κτηνοτροφία ήδη αντιμετωπίζει συσσωρευμένα προβλήματα (αυξημένο κόστος ζωοτροφών, ενεργειακή κρίση, μειωμένη κρατική στήριξη), η αύξηση εισαγωγών φθηνού κρέατος από τη Νότια Αμερική θα επιταχύνει την εγκατάλειψη του επαγγέλματος. Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί, που δεν διαθέτουν πρόσβαση σε οικονομίες κλίμακας ή ισχυρά δίκτυα διανομής, εμφανίζονται ως οι μεγάλοι χαμένοι. Αντίθετα, ευνοημένες θα είναι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες και εισαγωγείς, που θα μπορούν να διαθέτουν φθηνότερα προϊόντα, χωρίς όμως εγγυήσεις για την προέλευση και την ποιότητά τους.
Αναμένεται έτσι αστάθεια και εξάρτηση από εισαγωγές. Η αύξηση των εισαγωγών μπορεί να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη αποδιάρθρωση της εγχώριας παραγωγής. Η μείωση της ελληνικής παραγωγής δεν συνεπάγεται απλώς απώλεια εισοδήματος, αλλά και αυξημένη εξάρτηση από τρίτες χώρες για βασικά τρόφιμα, γεγονός που εγείρει ζητήματα επισιτιστικής ασφάλειας σε περιόδους διεθνών κρίσεων.
Μεγάλος είναι επομένως και ο κίνδυνος για μετατροπή της χώρας μας σε καθαρό εισαγωγέα τροφίμων. Η σταδιακή αποδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής θα καταστήσει τη χώρα ακόμη πιο εξαρτημένη από εισαγωγές βασικών τροφίμων. Πρόκειται για στρατηγικό ρίσκο, ιδιαίτερα σε μια εποχή διεθνών κρίσεων, πολέμων και διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παράλληλα θα υπάρχουν διαφορές στα πρότυπα ασφάλειας τροφίμων. Παρά τις διαβεβαιώσεις της Κομισιόν ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, είναι σίγουρες οι διαφορές στους κανόνες παραγωγής. Η χρήση φυτοφαρμάκων, αντιβιοτικών και ορμονών στις χώρες της Mercosur διέπεται από λιγότερο αυστηρούς κανόνες σε σχέση με την Ε.Ε.
Για τους Ελληνες παραγωγούς, οι οποίοι υποχρεούνται να τηρούν αυστηρές και κοστοβόρες προδιαγραφές, η κατάσταση αυτή δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, ενώ για τους καταναλωτές γεννά ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα των τροφίμων.
Θυσία στα κέρδη του Βερολίνου η δημογραφική αποψίλωση και ανεργία
Παράλληλα, το κοινωνικό κόστος χωρίς ευρωπαϊκή αποζημίωση προβλέπεται τεράστιο. Οι απώλειες στην ύπαιθρο μεταφράζονται σε εγκατάλειψη αγροτικών περιοχών, απώλεια θέσεων εργασίας και δημογραφική αποψίλωση.
Παρά ταύτα δεν προβλέπεται ουσιαστικός ευρωπαϊκός μηχανισμός αντιστάθμισης για τις χώρες που πλήττονται δυσανάλογα.
Οι εξελίξεις δείχνουν πως η συμφωνία παραμένει, αν μη τι άλλο, προβληματική, με σοβαρές ενστάσεις για τον τρόπο που θα εφαρμοστεί και για το αν οι προστατευτικές ρήτρες είναι αρκετές για να αποτρέψουν τις σημαντικές αρνητικές συνέπειες στους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι κατά πόσο η Ε.Ε. είναι διατεθειμένη να θυσιάσει κρίσιμους παραγωγικούς τομείς στον βωμό του ελεύθερου εμπορίου – και αν οι μικρές χώρες του Νότου θα κληθούν ακόμα μία φορά να πληρώσουν δυσανάλογο τίμημα.
Η εμπορική συμφωνία Ε.Ε.- Mercosur παρουσιάζεται από τις Βρυξέλλες ως «συλλογική ευρωπαϊκή επιτυχία». Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάλυση αποκαλύπτει ότι τα οφέλη και τα κόστη δεν κατανέμονται ισότιμα. Αντιθέτως, ενισχύεται ακόμα μία φορά ένα μοντέλο Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, όπου οι ισχυρές βιομηχανικές οικονομίες του Βορρά αποκομίζουν τα οφέλη, ενώ οι χώρες του Νότου επωμίζονται τις απώλειες.
Από τη συμφωνία κερδίζει κυρίως η Γερμανία όσον αφορά τις βιομηχανικές εξαγωγές χωρίς εμπόδια. Για τη Γερμανία η συμφωνία αποτελεί στρατηγικό άνοιγμα σε αγορές άνω των 260 εκατ. καταναλωτών. Η κατάργηση δασμών ευνοεί κυρίως την αυτοκινητοβιομηχανία, τα μηχανήματα και τον βιομηχανικό εξοπλισμό, τα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς και τις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Πρόκειται για τομείς στους οποίους η Γερμανία διαθέτει δομικό πλεονέκτημα, ισχυρές πολυεθνικές και ανθεκτικές αλυσίδες αξίας. Οι απώλειες στον αγροτικό τομέα είναι για το Βερολίνο περιορισμένες και διαχειρίσιμες, καθώς η γεωργία αποτελεί μικρό ποσοστό του ΑΕΠ.
Οι φθηνότερες πρώτες ύλες είναι ένας άλλος τομέας. Η εισαγωγή αγροτικών προϊόντων και ζωοτροφών από τη Νότια Αμερική μειώνει το κόστος παραγωγής για τη βιομηχανία τροφίμων και κτηνοτροφίας της Κεντρικής Ευρώπης, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των μεγάλων ομίλων.
Επίσης, η συμφωνία ενισχύει τη γεωπολιτική επιρροή της. Μειώνει την εξάρτηση της Γερμανίας από αγορές όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ, προσφέροντας εναλλακτικές εξαγωγικές διεξόδους για τη βαριά βιομηχανία. Με άλλα λόγια, η Mercosur λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης για το γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο.
Σε αντίθεση με τη Γερμανία, όμως, η Ελλάδα δεν διαθέτει ισχυρό βιομηχανικό ισοδύναμο που να «αντισταθμίζει» τις απώλειες. Και η ελληνική κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να υπερασπιστεί ενεργά τον αγροτικό της τομέα στις Βρυξέλλες, αλλά να αποδεχθεί ακόμα μία φορά έναν ευρωπαϊκό συμβιβασμό όπου τα κέρδη συγκεντρώνονται στον Βορρά και οι απώλειες μεταφέρονται στον Νότο. Η συμφωνία δεν είναι καθόλου ουδέτερη και για χώρες όπως η Ελλάδα αποτελεί δοκιμασία οικονομικής αντοχής, κοινωνικής συνοχής και πολιτικής βούλησης.

