Κατά μέσο όρο 11 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο στην Ελλάδα εξαιτίας των καιρικών επεισοδίων από το 2000 έως σήμερα. Τα στοιχεία προέκυψαν από μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και συγκεκριμένα της μονάδας του ΜΕΤΕΟ, και αναδεικνύουν τις σοβαρές κοινωνικό- οικονομικές επιπτώσεις, με συνολικά 294 απώλειες σε 633 επεισόδια την τελευταία 25ετία.
Σε δηλώσεις της στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η ειδική Λειτουργική Επιστήμονας στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΙΕΠΒΑ) του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (ΕΑΑ) και μέλος της ομάδας ΜΕΤΕΟ, Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη, σημειώνει ότι «τα επεισόδια με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις αυξάνονται κατά 58%, τα επεισόδια με σοβαρές επιπτώσεις κατά 35% και οι ανθρώπινες απώλειες κατά 72%. Αυτό δείχνει ότι δεν μιλάμε μόνο για περισσότερα επεισόδια, αλλά για επεισόδια με σοβαρότερες επιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη και το συνολικό τους συσσωρευτικό αποτύπωμα και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που προκύπτουν, ειδικά από τα σοβαρά επεισόδια». Σημειώνεται ότι στα στοιχεία δε συμπεριλαμβάνονται οι απώλειες λόγω καύσωνα και με αυτό το δεδομένο, το 2025 ήταν το πρώτο έτος από το 2000 έως σήμερα, στο οποίο δεν καταγράφηκαν θάνατοι.
«Χωρίς συστηματική καταγραφή, κάθε επεισόδιο αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο. Με τα δεδομένα μας μπορούμε να εντοπίσουμε μοτίβα, επαναλαμβανόμενη τρωτότητα και να στηρίξουμε τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και τη δημόσια ενημέρωση. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εργαλείο μνήμης κινδύνου. Παράλληλα, μας επιτρέπει να αποτιμούμε και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως τη σωρευτική υποβάθμιση υποδομών, τη χρόνια διαταραχή μετακινήσεων και υπηρεσιών και τη σταδιακή αύξηση της τρωτότητας περιοχών που πλήττονται επανειλημμένα», τονίζει η κα. Παπαγιαννάκη.
«Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται κοντά στα δυσμενέστερα σενάρια, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη χρήση ορυκτών καυσίμων. Σε ένα κλίμα που θερμαίνεται, τα ισχυρά καιρικά φαινόμενα τείνουν, όταν εκδηλώνονται, να εμφανίζουν αυξημένη ένταση και διάρκεια. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη συνολική προσέγγιση της ανθεκτικότητας. Αυτή συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που σχεδιάζονται, συντηρούνται και λειτουργούν οι υποδομές.
Το οδικό δίκτυο, τα τεχνικά έργα απορροής, οι περιοχές με αυξημένη κατολισθητική επικινδυνότητα και οι παλιές υποδομές αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που καθορίζουν το μέγεθος των επιπτώσεων όταν εκδηλώνονται έντονα καιρικά φαινόμενα. Η βάση δεδομένων μάς βοηθά να τεκμηριώσουμε αυτή τη σχέση με στοιχεία», αναφέρει χαρακτηριστικά και προσθέτει ότι η τρέχουσα συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς αυτή την περίοδο εκπονούνται χωροταξικά, τοπικά πολεοδομικά σχέδια σε όλη τη χώρα. Όπως επισημαίνει, πρόκειται για μια ευκαιρία που θα πρέπει να αξιοποιηθεί σε τοπικό επίπεδο, ώστε ο μελλοντικός χωρικός και πολεοδομικός σχεδιασμός να λαμβάνει υπόψη την τρωτότητα στην κλιματική αλλαγή. «Ο σχεδιασμός από εδώ και πέρα θα πρέπει να βασίζεται όχι μόνο στα σημερινά δεδομένα, αλλά και στο ιστορικό των καιρικών φαινομένων που έχουν προκαλέσει ζημιές σε κάθε περιοχή», καταλήγει.
Πηγή είναι η βάση δεδομένων που έχει αναπτύξει η μονάδα METEO με καιρικά επεισόδια με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις στην Ελλάδα (HIEW-DB), συνοπτική εκδοχή της οποίας είναι διαθέσιμη online στο meteo.gr: https://meteo.gr/weather_cases.cfm και σε μορφή διαδραστικού χάρτη: https://meteo.gr/weatherEvents.cfm.

