Μια καλά οργανωμένη «βιομηχανία» εικονικών εταιρειών και πλαστών συναλλαγών φαίνεται να βρίσκεται πίσω από πολλές υποθέσεις λαθρεμπορίου πετρελαίου, επιτρέποντας σε οργανωμένα κυκλώματα να μετατρέπουν το παράνομο καύσιμο σε προϊόν που εμφανίζεται ως νόμιμο στην αγορά, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη από φόρους που δεν καταβάλλονται ποτέ στο Δημόσιο.
Σύμφωνα με στοιχεία ελέγχων των αρχών, το σύστημα βασίζεται σε ένα οργανωμένο μοντέλο λειτουργίας που αξιοποιεί αλυσίδα εταιρειών-βιτρίνα. Οι εταιρείες αυτές εμφανίζονται να αγοράζουν και να πωλούν καύσιμα μόνο στα χαρτιά, δημιουργώντας μια εικονική εικόνα εμπορικής δραστηριότητας που καλύπτει τη διακίνηση λαθραίων καυσίμων.
Σε πρόσφατο παράδειγμα που εξετάστηκε από τις αρχές, τρεις εικονικές επιχειρήσεις εμφανίζονταν να πραγματοποιούν πωλήσεις χωρίς να έχουν πραγματοποιήσει πραγματικές αγορές καυσίμων. Η αξία των συναλλαγών που καταγράφονταν για καθεμία από αυτές έφτανε περίπου τα 3,2 εκατομμύρια ευρώ, ενώ μια τρίτη εταιρεία εμφανιζόταν να διακινεί περίπου 0,7 εκατομμύρια ευρώ.
Οι συναλλαγές αυτές μεταφέρονταν στη συνέχεια μέσω ενδιάμεσων εταιρειών, οι οποίες παρουσίαζαν πωλήσεις περίπου 1,9 εκατομμυρίων ευρώ χωρίς πραγματικές αγορές και επιπλέον 6,4 εκατομμύρια ευρώ μέσω εικονικών τιμολογίων. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνταν μια εκτεταμένη «αλυσίδα» συναλλαγών που έδινε νομιμοφανή εικόνα στη διακίνηση των καυσίμων.
Στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, τα καύσιμα κατέληγαν σε εμπορική επιχείρηση που λειτουργούσε ως κεντρικός αποθηκευτής. Η συγκεκριμένη εταιρεία εμφανιζόταν να πραγματοποιεί πωλήσεις περίπου 8,3 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και επιπλέον συναλλαγές ύψους περίπου 0,7 εκατομμυρίων ευρώ, πριν τα καύσιμα μεταφερθούν με βυτιοφόρα και διοχετευθούν στην αγορά.
Με αυτόν τον μηχανισμό, το λαθραίο καύσιμο αποκτούσε κανονικά παραστατικά και κατέληγε να πωλείται μέσω επιχειρήσεων που εμφανίζονταν να λειτουργούν νόμιμα.
Στην υπόθεση αυτή εκτιμάται ότι διακινήθηκαν συνολικά καύσιμα αξίας περίπου 9 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι διαφυγόντες φόροι και δασμοί ξεπέρασαν τα 2,7 εκατομμύρια ευρώ.
Τεράστιο το αποτύπωμα σε εθνικό επίπεδο
Ωστόσο, το οικονομικό αποτύπωμα του φαινομένου είναι πολύ μεγαλύτερο σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το λαθρεμπόριο καυσίμων στερεί από τα δημόσια ταμεία περίπου 300 έως 500 εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο από μη καταβολή ΦΠΑ και Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.
Την ίδια στιγμή, η πρακτική αυτή δημιουργεί έντονο αθέμιτο ανταγωνισμό για τις νόμιμες επιχειρήσεις του κλάδου, ενώ προκαλεί και σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά καυσίμων, επηρεάζοντας τη λειτουργία του ανταγωνισμού και τη διαμόρφωση των τιμών.


