Η εθνικιστική κατήχηση που κρύβεται πίσω από την επίσκεψη από Γυμνάσιο και Λύκειο Ξάνθης στο κεντρικό κτίριο της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού
Οι Τούρκοι συνεχίζουν την προσπάθεια τουρκοποίησης της Θράκης και πλέον έχουν απλώσει τα πλοκάμια τους και στα σχολεία. Πριν από λίγες ημέρες, στην καρδιά της Αγκυρας, στο κεντρικό κτίριο της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού (ΤΙΚΑ), εκτυλίχθηκε ακόμη μια πράξη του γνωστού έργου «εργαλειοποίησης της μειονοτικής νεολαίας της Θράκης». Αντιπροσωπία μαθητών από το Μειονοτικό Γυμνάσιο και Λύκειο Ξάνθης βρέθηκε στην τουρκική πρωτεύουσα, όπου έτυχε μιας ιδιαίτερα προβεβλημένης υποδοχής από τον πρόεδρο του οργανισμού Αμπντουλάχ Ερέν.
Ο Τούρκος αξιωματούχος, χρησιμοποιώντας τη γνωστή ρητορική περί «αδελφοσύνης χωρίς σύνορα», έσπευσε να δηλώσει πως η ΤΙΚΑ θα συνεχίσει να μοιράζεται τα όνειρα των νέων της μειονότητας, ενώ φωτογραφήθηκε, παραλαμβάνοντας ως δώρο, ένα σχέδιο του σχολικού συγκροτήματος της Ξάνθης. Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα της εκπαιδευτικής επίσκεψης και τις «χαμογελαστές» φωτογραφίες, κρύβεται μια μεθοδευμένη προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης και εθνικιστικής κατήχησης.
Η επίσκεψη αυτή δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο σχολικό γεγονός. Εντάσσεται οργανικά στο κλίμα έντασης που καλλιεργούν συστηματικά στη Θράκη συγκεκριμένοι κύκλοι, που κινούνται γύρω από το τουρκικό προξενείο. Η χρονική συγκυρία είναι αποκαλυπτική: η κλιμάκωση της τουρκικής ρητορικής για τα δικαιώματα της μειονότητας και οι πρόσφατες δηλώσεις του τουρκικού ΥΠΕΞ περί «καταπίεσης» επιχειρούν να επιβάλουν μια μονολιθική, εθνικιστική ταυτότητα στους μουσουλμάνους της περιοχής, αγνοώντας την πολυφωνία και τη συνταγματική πραγματικότητα, όπως αναφέρουν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες από τη Ροδόπη.
Πίσω από τις κάμερες και τις φιλοφρονήσεις στην Αγκυρα η πραγματικότητα στη Θράκη παραμένει ζοφερή και επικίνδυνη. Η εργαλειοποίηση ανήλικων μαθητών αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού, που προωθείται από φιλοπροξενικά στοιχεία και μέλη παρακρατικών δομών, που στόχο έχουν να μετατρέψουν τη μειονότητα σε μοχλό πίεσης κατά της Ελλάδας και σε «εθνικό εργαλείο» της γείτονος. Οι «καθοδηγητές» καλλιεργούν τον θρησκευτικό εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία στις συνειδήσεις των νέων παιδιών.
Αντί να προωθούν την παιδεία, την κριτική σκέψη και την ομαλή ένταξη των νέων στον κοινωνικό ιστό της πατρίδας τους, προσφέρουν ένα στείρο μίσος και μια κατασκευασμένη εχθρότητα. Τους μετατρέπουν σε «στρατιώτες» μιας ξένης προπαγάνδας, απομονώνοντάς τους από το μέλλον που δικαιούνται ως Ευρωπαίοι πολίτες. Τα ελληνικά υπουργεία, βέβαια, κοιμούνται τον ύπνο του άσχετου και εθνικά επικίνδυνου, αφήνοντας το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής να παίζει το δικό του παιχνίδι υπέρ των Τούρκων.


