Έρευνα-καμπανάκι: Σχεδόν τα μισά παιδιά είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα
Μία «σιωπηλή πανδημία» που επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τη δημόσια υγεία περιγράφουν οι ειδικοί, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τη ραγδαία εξάπλωση της υποκινητικότητας, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας αλλά και από πρόσφατες ελληνικές έρευνες αποτυπώνουν μια βαθιά ανησυχητική εικόνα: παιδιά και έφηβοι κινούνται λιγότερο, αθλούνται όλο και πιο σπάνια και υιοθετούν από μικρή ηλικία έναν τρόπο ζωής που συνδέεται άμεσα με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υποκινητικότητα αποτελεί πλέον την τέταρτη αιτία θανάτου παγκοσμίως, ενώ μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέεται με περισσότερους από 600.000 θανάτους κάθε χρόνο. Παράλληλα, το οικονομικό κόστος για τα συστήματα υγείας και τις κοινωνίες ξεπερνά τα 80 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, με τις προβλέψεις να δείχνουν περαιτέρω επιδείνωση τα επόμενα χρόνια.
Η εικόνα για την Ελλάδα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου δείχνουν ότι οι Έλληνες συγκαταλέγονται στους πιο «υποκινητικούς» λαούς της Ευρώπης, καθώς περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι δεν κινούνται επαρκώς, ενώ σχεδόν επτά στους δέκα αναφέρουν ότι δεν γυμνάζονται καθόλου.
Ωστόσο, εκεί όπου οι επιστήμονες εντοπίζουν πλέον το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι στις μικρές ηλικίες. Νέα διεθνή δεδομένα αποκαλύπτουν ότι σχεδόν τα μισά παιδιά ηλικίας 3 έως 13 ετών δεν εμφανίζουν ικανοποιητικά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, ενώ στην εφηβεία η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική, με τα ποσοστά να αγγίζουν σχεδόν το 80%.
Ο καθηγητής Προπονητικής του ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, δρ. Βασίλειος Γεροδήμος, περιγράφει μια γενιά παιδιών που μεγαλώνει με ολοένα και λιγότερη κίνηση, περισσότερες καθιστικές συνήθειες και επιβαρυμένες καθημερινές συμπεριφορές. Όπως εξηγεί, η αύξηση των σχολικών και εξωσχολικών υποχρεώσεων, σε συνδυασμό με τη διάδοση της «γρήγορης» διατροφής, της πολύωρης τηλεθέασης, της κακής ποιότητας ύπνου αλλά και άλλων ανθυγιεινών συνηθειών, δημιουργούν ένα περιβάλλον που οδηγεί σταδιακά σε σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία των παιδιών.
Σοβαρές οι συνέπειες του φαινομένου
Οι συνέπειες αυτές είναι ήδη ορατές. Παχυσαρκία, αναπνευστικά προβλήματα, ορθοσωμικές δυσκολίες αλλά και αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μεταβολικών νοσημάτων καταγράφονται πλέον σε ολοένα μικρότερες ηλικίες, υποβαθμίζοντας άμεσα την ποιότητα ζωής των παιδιών και των εφήβων.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία έρευνας που πραγματοποιήθηκε στη Δυτική Θεσσαλία από το Εργαστήριο Προπονητικής του ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, υπό την ευθύνη του δρ. Βασίλειου Γεροδήμου και της δρ. Κωνσταντίνας Καρατράντου. Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 800 μαθητές από δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια, κατέδειξε ότι ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό παιδιών είναι ήδη υπέρβαρα ή παχύσαρκα.
Τα ποσοστά παραμένουν υψηλά σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, ενώ οι ερευνητές διαπίστωσαν ταυτόχρονα σημαντική μείωση της φυσικής δραστηριότητας όσο αυξάνεται η ηλικία των μαθητών. Ειδικά στο γυμνάσιο και το λύκειο, η συμμετοχή τόσο σε ελεύθερη όσο και σε οργανωμένη άσκηση εμφανίζει αισθητή πτώση.
Την ίδια στιγμή, οι ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες ενισχύονται. Η συχνή κατανάλωση γλυκών, αναψυκτικών και γρήγορου φαγητού αυξάνεται σημαντικά κατά την εφηβεία, δημιουργώντας έναν επικίνδυνο συνδυασμό χαμηλής κίνησης και κακής διατροφής.
Καθοριστική για την ψυχική υγεία η φυσική δραστηριότητα
Η αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, δρ. Κωνσταντίνα Καρατράντου, υπογραμμίζει ότι η άσκηση και η φυσική δραστηριότητα δεν αφορούν μόνο τη σωματική κατάσταση, αλλά επηρεάζουν καθοριστικά και την ψυχική υγεία. Όπως εξηγεί, η συστηματική άσκηση βελτιώνει τη λειτουργία του καρδιοαναπνευστικού, του μυϊκού και του σκελετικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και καλύτερων βιοχημικών δεικτών.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας προβλέπουν ότι παιδιά και έφηβοι θα πρέπει καθημερινά να συμμετέχουν για τουλάχιστον δύο ώρες σε μη οργανωμένη φυσική δραστηριότητα και επιπλέον μία ώρα σε οργανωμένη άσκηση υπό την επίβλεψη ειδικών. Ωστόσο, στην πράξη, οι περισσότεροι νέοι απέχουν σημαντικά από αυτούς τους στόχους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ειδικοί στρέφουν πλέον το ενδιαφέρον τους στο σχολείο, θεωρώντας ότι η εκπαιδευτική κοινότητα μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση υγιεινών συνηθειών από μικρή ηλικία. Όπως επισημαίνουν, τα παιδιά θα πρέπει να εκπαιδεύονται συστηματικά όχι μόνο στη φυσική άσκηση αλλά και σε ζητήματα διατροφής, ύπνου και αποφυγής επιβλαβών συνηθειών όπως το κάπνισμα και το αλκοόλ.
Παρά τα ανησυχητικά στοιχεία, οι επιστήμονες τονίζουν ότι στη χώρα μας εξακολουθεί να απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της υποκινητικότητας των παιδιών και των εφήβων. Οι υπάρχουσες παρεμβάσεις χαρακτηρίζονται αποσπασματικές, ενώ –όπως σημειώνουν– το πάγιο αίτημα για καθημερινή άσκηση στο σχολικό περιβάλλον παραμένει διαχρονικά εκτός ουσιαστικής πολιτικής συζήτησης.
Την ίδια ώρα, οι ειδικοί απευθύνουν έκκληση προς τα παιδιά και τους εφήβους να εντάξουν περισσότερη κίνηση στην καθημερινότητά τους, επιλέγοντας απλές δραστηριότητες όπως το περπάτημα, το ποδήλατο, η συμμετοχή σε σχολικά αθλήματα, οι περίπατοι και η ενασχόληση με κάποιο άθλημα που ταιριάζει στις προσωπικές τους προτιμήσεις.

