Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε στη Βουλή την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για την αναμόρφωση 33 άρθρων και διατάξεων του Συντάγματος. Επικαλούμενος την ανάγκη για ένα «σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος», επιχειρεί να εμφανίσει τις αλλαγές ως «αναγκαιότητα της εποχής», την ώρα που η αντιπολίτευση καταγγέλλει προσπάθεια συνταγματικής οχύρωσης των συντηρητικών και αντιλαϊκών επιλογών του Μαξίμου. Με πρόσχημα την 52η επέτειο από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός προσπάθησε να οικειοποιηθεί τη μεταπολιτευτική κληρονομιά, την ίδια στιγμή που το κυβερνητικό του έργο αμφισβητείται έντονα στον τομέα των θεσμών.
Ειρωνίες κατά του ΣΥΡΙΖΑ
Ξεκινώντας ο πρωθυπουργός επέλεξε να καταφύγει σε επικοινωνιακά τεχνάσματα και μικροπολιτικές αιχμές κατά της επικεφαλής της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, Ρένας Δούρου. Αφού τη συνεχάρη με ειρωνεία, για τη νέα της θέση, επιτέθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση για την απόφασή της να απέχει από τη δεξίωση του Προεδρικού Μεγάρου. Κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ για πολιτική υποκρισία, θυμίζοντας τη συγκυβέρνηση με τον Πάνο Καμμένο, προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τις σοβαρές καταγγελίες της Αριστεράς περί παρουσίας και ανοχής ακροδεξιών στοιχείων στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Καταλόγησε ανεπάρκεια στην αντιπολίτευση
Στη συνέχεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να μετακυλήσει την ευθύνη για τη λείπουσα συνεννόηση στους πολιτικούς του αντιπάλους. Παρουσιάστηκε ως θεματοφύλακας της παράδοσης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι «δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων». Με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, μίλησε για «τυφλή άρνηση» των προοδευτικών δυνάμεων, ενώ έβαλε προσωπικά κατά του Νίκου Ανδρουλάκη, κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ για αμήχανο «παρών» που ισοδυναμεί με «απών». Έφτασε μάλιστα στο σημείο να χαρακτηρίσει «βαθιά αντιθεσμική» τη στάση του ΠΑΣΟΚ, επειδή αρνείται να δώσει λευκή επιταγή στην κυβέρνηση.
Τι είπε για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια
Συνεχίζοντας την κριτική του προς τις προηγούμενες αναθεωρήσεις, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να δικαιολογήσει τις καθυστερήσεις της δικής του διακυβέρνησης φορτώνοντας τις ευθύνες στο παρελθόν. Χαρακτήρισε «αναχρονιστική» την απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, επιρρίπτοντας την ευθύνη για τα «20 χαμένα χρόνια» στην αντιπολίτευση. Παράλληλα, θόλωσε τα νερά παρουσιάζοντας μια σειρά από διακηρύξεις για τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας, τη δημοσιονομική ισορροπία, την προστασία από αναδρομικούς φόρους και την προσιτή στέγη, τομείς στους οποίους η πολιτική της κυβέρνησής του δέχεται καθημερινά τη σφοδρότερη κοινωνική κατακραυγή δηλαδή!
Για την αξιολόγηση και την τεχνητή νοημοσύνη
Στη συνέχεια ο πρωθυπουργός πρότεινε τη συνταγματική σύνδεση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με την αξιολόγηση, μέτρο που ερμηνεύεται από τα συνδικάτα ως προσπάθεια αμφισβήτησης της εργασιακής σταθερότητας. Στο ίδιο αφήγημα εκσυγχρονισμού έντυσε και τις αναφορές του στην κλιματική αλλαγή, τη διαχείριση των υδάτων και την Τεχνητή Νοημοσύνη, επιχειρώντας να προβάλει ένα τεχνοκρατικό προφίλ που απέχει πολύ από τις πραγματικές επιδόσεις της κυβέρνησης στη διαχείριση των κρίσεων.
Όσον αφορά τη λειτουργία του πολιτεύματος, ο κ. Μητσοτάκης πρότεινε την κατάργηση της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες με επίκληση εθνικού θέματος, ενώ δεν έκρυψε την αγωνία του για την «κυβερνησιμότητα», φωτογραφίζοντας εκλογικά συστήματα που ευνοούν τις μονοκομματικές πλειοψηφίες. Παράλληλα, ζήτησε να ενδυθεί με συνταγματικό μανδύα το αμφιλεγόμενο «Επιτελικό Κράτος», ένα μοντέλο διοίκησης που έχει επικριθεί σφοδρά για συγκεντρωτισμό, αδιαφάνεια και έλλειψη λογοδοσίας.
Οι τρεις θεσμικές τομές: Επιστολική ψήφος, Δικαιοσύνη και Άρθρο 86
Κλείνοντας, ο πρωθυπουργός παρουσίασε τρεις προτάσεις ως μεγάλες «τομές», επιδιώκοντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για τα πλήγματα που έχει δεχθεί η κυβέρνηση στο πεδίο των θεσμών:
Επιστολική ψήφος: Πρότεινε την επέκτασή της στις εθνικές εκλογές εντός επικράτειας, μέτρο που η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει με καχυποψία ως προς τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψηφοφορίας.
Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης: Πρότεινε η κυβέρνηση να επιλέγει την ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων από λίστα τριών υποψηφίων που θα υποδεικνύουν οι ίδιοι οι δικαστές, σε μια προσπάθεια να αποσείσει τις κατηγορίες για χειραγώγηση της Δικαιοσύνης.
Αλλαγή του Άρθρου 86 (Ευθύνη Υπουργών): Διακηρύσσοντας ότι «οι βουλευτές δεν πρέπει να μετατρέπονται σε εισαγγελείς», πρότεινε τη μεταφορά της έρευνας σε δικαστικά όργανα. Ωστόσο, η πρόταση αυτή αντιμετωπίζεται ως επικοινωνιακός ελιγμός για να αφαιρεθεί από τη Βουλή ο ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος σε υποθέσεις κυβερνητικών στελεχών.