Χθεσινό περιστατικό, εν Αθμόνῳ (στο Μαρούσι, δηλαδή), που έλαβε χώρα έμπροσθεν αρτοποιείου. Ετοιμαζόμουν να μπω στον φούρνο να αγοράσω ψωμί. Παρατηρώ μεσήλικα μανδάμα, μικρού αναστήματος και βραδέος βήματος να σταματάει μπροστά από την πόρτα του φούρνου.
Ο σκύλος της, που φαίνεται σαν (μάλλον ημίαιμο) τσιουάουα, μυρίζει τα τούβλα ακριβώς από κάτω από την επιγραφή «ψωμί ανάλατο» και αμολάει κάτουρο. Οχι πολύ, αλλά το αμόλησε. Η μανδάμα τον καμαρώνει και πετάει κάτω το πτυσσόμενο λουρί με τη βαριά στρογγυλή λαβή, flexi νομίζω τη λένε τούτη τη συσκευή, και μπουκάρει στον φούρνο για τις αγορές της.
Εξέρχεται και της επισημαίνω ότι δεν είναι και ό,τι καλύτερο να αφήνει τον σκύλο της ανεπιτήρητο και αυτός να κατουρά την είσοδο φούρνου ή οποιουδήποτε άλλου καταστήματος – ειδικά υγειονομικού ενδιαφέροντος. Μόλις εξέφρασα την άποψή μου, ουδεμία σημασία έδωσε στο ανεπιτήρητον του κυνός. Η διαμαρτυρία για τα ούρα τής κίνησε το ενδιαφέρον κι ακολούθησε ο εξής διάλογος:
– Πουθενά δεν κατούρησε.
– Μα να, κοιτάξτε, ακριβώς κάτω από την επιγραφή «ψωμί ανάλατο».
– Ε, και; Τι σε νοιάζει εσένα;
– Πώς δεν με νοιάζει; Δεν είναι και ό,τι πιο ωραίο να πηγαίνεις ν’ αγοράσεις κάτι να φας από μαγαζί που το κατουράνε σκύλοι.
– Λίγα είναι τα τσίσα.
– Λίγα είναι, αλλά εσείς δεν έχετε ευαισθησία για τις περιουσίες και την υγεία των άλλων; Στην εξώπορτά σας θα το αφήνατε να τα αμολήσει;
– Τα τσίσα δεν είναι ακαθαρσίες!
– Το ίδιο θα πείτε σε κάποιον που θα σας κατουρήσει την πόρτα;
– Και τι θες εσύ;
– Να είστε κόσμια και υπεύθυνη και να καθαρίζετε ό,τι λερώνει ο σκύλος σας.
– Σιγά μην κουβαλάω κουβά να σφουγγαρίσω κιόλας το μέρος.
– Αυτή είναι η αντίληψή σας για τη συμβίωση των ανθρώπων;
– Καλά, εσύ δεν έχεις δουλειά να κάνεις και τσαντίζεις τον κόσμο για λίγα τσίσα;
– Δουλειά μου είναι, όπως όλων μας, να επισημαίνουμε πού ο ένας παραβιάζει τα όρια του άλλου.
– Εχουν κατουρήσει κι άλλοι σκύλοι εκεί. Αντε τράβα να πεις τα ίδια και στους άλλους.
– Αν μιλήσω στους σκύλους, ίσως να καταλάβουν περισσότερα απ’ όσα αντιλαμβάνεστε εσείς.
– Ρε, άντε παράτα μας, πρωινιάτικα. Αν δεν του αρέσει του φούρναρη να κατουράνε εκεί, ας βάλει κάγκελα.
Αυτά τα σοφά είπε η μικρόσωμη μανδάμ με το -όχι και τόσο- σπιρτόζικο βλέμμα της, τράβηξε το λουρί του ψωραλέου, κακορίζικου τσιουάουα και απήλθε. Από τα παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό πόσο… ευαίσθητοι και γεμάτοι «ενσυναίσθηση» (ακόμα ένα εμετικό κλισέ των ημερών μας) είναι οι κτηνολάτρες που θεωρούν ότι «τα τσίσα (σ.σ.: των σκύλων) δεν είναι ακαθαρσίες».
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

