Η ελληνική επαρχία πεθαίνει: Στον οικονομικό πάτο της Ευρώπης πέντε περιφέρειες

Η τελευταία έκθεση της Eurostat καταγράφει την ραγδαία φτωχοποίηση της ελληνικής υπαίθρου, με τη Δυτική Μακεδονία να σημειώνει τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση ΑΕΠ στην ΕΕ

Τα αναλυτικά στοιχεία της ετήσιας έκδοσης «Regions in Europe 2026» της Eurostat αποτυπώνουν μια ζοφερή πραγματικότητα για τις συνθήκες διαβίωσης και την οικονομία στην ελληνική περιφέρεια. Η εφαρμογή της πράσινης μετάβασης, μέσω της ταχείας απόσυρσης των λιγνιτικών μονάδων, έχει επιφέρει βαρύτατο πλήγμα κυρίως στη Δυτική Μακεδονία, κατακρημνίζοντας το τοπικό εισόδημα.

Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, πέντε ελληνικές περιοχές βρίσκονται μεταξύ των πιο αδύναμων οικονομικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εμφανίζοντας πραγματικό ΑΕΠ ανά κάτοικο μικρότερο από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το Βόρειο Αιγαίο καταγράφει τη χειρότερη επίδοση (42%), ενώ ακολουθούν η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη και η Ήπειρος (45%), η Δυτική Μακεδονία (48%) και η Δυτική Ελλάδα (49%). Παράλληλα, η Πελοπόννησος εντάσσεται στις δέκα φτωχότερες ευρωπαϊκές περιφέρειες, έχοντας το 38,1% των κατοίκων της σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Συνολικά, με βάση τα προσωρινά εθνικά στοιχεία του 2025, η Ελλάδα μοιράζεται με τη Βουλγαρία την τελευταία θέση στην ΕΕ, φτάνοντας μόλις το 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Η οικονομική συντριβή της Δυτικής Μακεδονίας

Εξετάζοντας τη μεταβολή του ΑΕΠ στην Ευρώπη μεταξύ του 2019 και του 2024, η Δυτική Μακεδονία υπέστη τη δεύτερη ταχύτερη συρρίκνωση σε πραγματικούς όρους, χάνοντας το 18% της οικονομικής της δραστηριότητας. Τη μεγαλύτερη πτώση πανευρωπαϊκά κατέγραψε η Νοτιοανατολική Βουλγαρία (-20,5%), ενώ την πεντάδα της αρνητικής ανάπτυξης συμπληρώνουν το ολλανδικό Γκρόνινγκεν (-14%) και δύο ρουμανικές περιφέρειες. Στον αντίποδα, η ισχυρότερη ανάπτυξη εντοπίζεται στην Ιρλανδία (38%), το Βουκουρέστι και τη Μάλτα.

Η ραγδαία ύφεση στη Δυτική Μακεδονία συνδέεται άμεσα με το κλείσιμο των λιγνιτικών εργοστασίων, τα οποία στο παρελθόν παρήγαγαν το 34% του τοπικού ΑΕΠ και στήριζαν το 25% των θέσεων εργασίας. Μελέτη του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (2021) είχε προειδοποιήσει για απώλεια άνω των 21.000 θέσεων εργασίας και 9 δισ. ευρώ σε εισόδημα, νούμερα που πλέον αντανακλώνται στα επίσημα στατιστικά.

Παρά τη διάθεση 1,61 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά ταμεία για τη Δίκαιη Μετάβαση, η απορρόφηση παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Τον Ιούλιο του 2026, οι τοπικοί επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς (Οικονομικό Επιμελητήριο, ΤΕΕ, ΓΕΩΤΕΕ) κατήγγειλαν με επιστολή τους προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς τις καθυστερήσεις του προγράμματος, τονίζοντας ότι οι δαπάνες προς πιστοποίηση ανέρχονται μόλις στο 9,36% του προϋπολογισμού.

Στην κοινή τους επιστολή διευκρινίζουν: «Ως κοινωνία δεν είμαστε αόριστα και γενικά αντίθετοι στην πράσινη μετάβαση και τον ενεργειακό μετασχηματισμό. Είμαστε, όμως, κατηγορηματικά αντίθετοι σε μια μετάβαση που υλοποιείται με τρόπο άδικο και καταστροφικό για τον τόπο μας, μετατρέποντας μια περιβαλλοντική αναβάθμιση σε κοινωνική και οικονομική ισοπέδωση της περιοχής».

Η οικονομική καθίζηση συνοδεύεται από σοβαρές δημογραφικές επιπτώσεις. Από το 2016 έως το 2025, ο πληθυσμός της Δυτικής Μακεδονίας μειώθηκε κατά 10,3%, ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο. Η ανεργία στην περιοχή σκαρφάλωσε στο 15,3% το 2025 και διαμορφώθηκε στο 12,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, παραμένοντας σταθερά πολύ πάνω από τον πανελλαδικό μέσο όρο.