Ενα μεγάλο συγγνώμη από τη Γαλλία

Κοινή συνισταμένη είναι η γενικευμένη δυσαρέσκεια που επικρατεί σε μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, οι μαθητές του λυκείου άρχισαν κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη Γαλλία, διαμαρτυρόμενοι για τις σοβαρές ελλείψεις εκπαιδευτικών και τις κακές συνθήκες στα σχολεία.

Με δεδομένο ότι οι κινητοποιήσεις και οι διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε μια περίοδο που η γαλλική κοινωνία αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν επίσης φοιτητές, γονείς, εργαζόμενοι, αγρότες καθώς και τα μέλη του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», τα οποία θεωρούν ότι τα αιτήματα και οι αγώνες τους δεν δικαιώθηκαν κατά τις δικές τους κινητοποιήσεις.

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών είναι η γενικευμένη δυσαρέσκεια που επικρατεί σε μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας για μια σειρά θεμάτων, όπως η ακρίβεια, το υψηλό κόστος διαβίωσης, το δημοσιονομικό αδιέξοδο της χώρας και οι αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες. Ιδιαίτερα οι τελευταίες είναι που οδήγησαν σημαντικό αριθμό νέων, που προέρχονται από οικογένειες Βορειοαφρικανών μεταναστών, στους δρόμους και στις διαδηλώσεις και μέρος εξ αυτών να συμμετέχει σε βανδαλισμούς και λεηλασίες σε καταστήματα και δημόσια κτίρια, στο Παρίσι, στη Λιμόζ και αλλού.

Οι κινητοποιήσεις, που κορυφώθηκαν το Σαββατοκύριακο 17-18 Οκτωβρίου 2026, εξελίχθηκαν σε μεγάλης κλίμακας επεισόδια, με εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις, λεηλασίες και καταστροφές. Παρατηρητές από τη Γαλλία αναφέρουν ότι δύο από τους παράγοντες που προκάλεσαν τις συγκρούσεις και όσα ακολούθησαν ήταν ο λανθασμένος επιχειρησιακός σχεδιασμός και χειρισμός της κατάστασης και η χρήση ασύμμετρης βίας από πλευράς της αστυνομίας.

Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά τεταμένη, με τις Αρχές να επιβάλλουν τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και περιορισμούς στις διαδηλώσεις για την αποτροπή νέου γύρου επεισοδίων, ενώ επιχειρείται πολιτική εκμετάλλευση των επεισοδίων και από τα κόμματα στη Γαλλία αλλά και από το δίδυμο Τραμπ – Τζέι ντι Βανς. Μια πτυχή της κατάστασης παρουσιάζει ο Γάλλος Brivael Le Pogam σε άρθρο του, που ανάρτησε στον προσωπικό του λογαριασμό σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης:

Brivael Le Pogam

Θέλω να ζητήσω συγγνώμη, στο όνομα των Γάλλων, που φέραμε στον κόσμο τη Γαλλική Θεωρία (η οποία γέννησε την πιο απαίσια από τις ιδεολογικές αηδίες: τον wokism).  Δώσαμε στον κόσμο τον Descartes, τον Pascal, τον Tocqueville. Και μετά, στα πνευματικά ερείπια του μετά-’68, δώσαμε τον Foucault, τον Derrida, τον Deleuze. Τρεις λαμπροί άντρες που κατασκεύασαν, στην κομψότητα της γλώσσας μας, το ιδεολογικό όπλο που σήμερα αντιπαλεύει τη Δύση.

Πρέπει να καταλάβουμε τι έκαναν.

Ο Foucault δίδαξε ότι:

­• η αλήθεια δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο σχέσεις εξουσίας μεταμφιεσμένες σε γνώση.

• η επιστήμη, ο λόγος, η δικαιοσύνη, το ιατρικό σύστημα, το σχολείο, η φυλακή, η σεξουαλικότητα, όλα δεν είναι παρά μια παράσταση της κυριαρχίας.

Ο Derrida δίδαξε ότι:

• τα κείμενα δεν έχουν σταθερό νόημα,

­• κάθε σημαίνον διολισθαίνει,

­• κάθε ανάγνωση είναι προδοσία,

­• ο συγγραφέας είναι νεκρός και ο αναγνώστης βασιλεύει.

Ο Deleuze δίδαξε ότι:

­• πρέπει να προτιμάμε το ρίζωμα από το δέντρο,

­• τον νομάδα από τον εγκατεστημένο,

­• την επιθυμία από τον νόμο,

­• το γίγνεσθαι από το είναι,

­• τη διαφορά από την ταυτότητα.

Αρκετά είναι αμφιλεγόμενες θέσεις. Συνδυασμένες, εξαγόμενες, εξευτελισμένες, σχηματίζουν ένα σύστημα. Και αυτό το σύστημα είναι δηλητήριο. Γιατί ιδού τι συνέβη. Αυτά τα κείμενα, ακατάληπτα στη Γαλλία, διέσχισαν τον Ατλαντικό. Τα τμήματα του Yale, του Berkeley, του Columbia τα απορρόφησαν τη δεκαετία του ’80. Βρήκαν εκεί ένα έδαφος που δεν υπήρχε στη χώρα μας, δηλαδή τον αμερικανικό πουριτανισμό, τη φυλετική του ενοχή, την εμμονή του με την ταυτότητα. Η Γαλλική Θεωρία παντρεύτηκε αυτό το υπόστρωμα, και το παιδί αυτού του «γάμου» λέγεται wokism.

Η Judith Butler διαβάζει Foucault και εφευρίσκει το performativo φύλο.

Ο Edward Said διαβάζει Foucault και εφευρίσκει τον ακαδημαϊκό μετα-αποικιανισμό.

Η Kimberlé Crenshaw κληρονομεί το πλαίσιο και εφευρίσκει την περαιτέρω τομή.

Σε κάθε βήμα, η μήτρα είναι γαλλική: δεν υπάρχει αλήθεια, υπάρχει μόνο εξουσία, άρα

­• κάθε ιεραρχία είναι ύποπτη,

­• κάθε ίδρυμα είναι καταπιεστικό,

­• κάθε νόρμα είναι βία,

­• κάθε ταυτότητα είναι κατασκευασμένη άρα διαπραγματεύσιμη,

­• κάθε πλειοψηφία είναι ένοχη.

Ιδού πώς τρεις Παριζιάνοι φιλόσοφοι, που πιθανότατα δεν φαντάστηκαν ποτέ τις πρακτικές συνέπειες των θεωριών τους, παρείχαν το λειτουργικό σύστημα εκμετάλλευσης σε μια ολόκληρη γενιά ακτιβιστών, πανεπιστημιακών γραφειοκρατών, στελεχών επιχειρήσεων, δημοσιογράφων, νομοθετών.

Ιδού πώς προέκυψε ένας πολιτισμός που δεν ξέρει πια να πει

­• αν μια γυναίκα είναι γυναίκα,

­• αν αξίζει να υπερασπιστεί κανείς τη δική του ιστορία,

­• αν υπάρχει αξία,

­• αν η αλήθεια διακρίνεται από τη γνώμη.

Είναι ανατριχιαστικό για έναν απλούστατο λόγο, και πρέπει να το πούμε ήρεμα. Ενας πολιτισμός στηρίζεται και στέκεται όρθιος σε τρεις πυλώνες:

­• την πίστη ότι υπάρχει μια αλήθεια προσιτή στον λόγο,

­• την πίστη ότι υπάρχει ένα καλό διακριτό από το κακό,

­• την πίστη ότι υπάρχει μια κληρονομιά που πρέπει να μεταδοθεί.

Η Γαλλική Θεωρία ανέλαβε να ανατινάξει και τους τρεις αυτούς πυλώνες. Οχι από κακία. Μέσα από μια διαδικασία πνευματικού παιγνίου, από καχυποψία, από μίσος για την αστική τάξη που τους είχε θρέψει.

Αλλά το αποτέλεσμα είναι εδώ:

­• Μια ολόκληρη γενιά έμαθε να αποδομεί και δεν έμαθε ποτέ να χτίζει.

­• Μια ολόκληρη γενιά ξέρει να υποπτεύεται και δεν ξέρει πια να θαυμάζει.

­• Μια ολόκληρη γενιά βλέπει την εξουσία παντού και την ομορφιά πουθενά.

Ζητώ συγγνώμη επειδή εμείς, οι Γάλλοι, έχουμε μια ιδιαίτερη ευθύνη. Είναι η γλώσσα μας, τα πανεπιστήμιά μας, οι εκδότες μας, το κύρος μας που έδωσαν σε αυτόν τον μηδενισμό το κομψό του περιτύλιγμα. Χωρίς τη νομιμοποίηση των πανεπιστημίων της Σορβόνης και του Βενσέν αυτές οι ιδέες δεν θα είχαν ποτέ διασχίσει τον ωκεανό. Εξάγουμε την αμφιβολία όπως άλλοι εξάγουν όπλα. Εμείς τους στείλαμε τον ιό και εκείνοι μας έστειλαν πίσω την πανδημία. Αυτό που χτίζεται τώρα, στη Silicon Valley, στα εργαστήρια της Τ.Ν., στις startups, στα εργαστήρια, σε όλους τους τόπους όπου άνθρωποι φτιάχνουν ακόμα πράγματα αντί να τα αποδομούν, είναι η απάντηση.

Ενας πολιτισμός ξαναχτίζεται:

­• από τους χτίστες, όχι από τους σχολιαστές-αποδομητές,

­• από αυτούς που πιστεύουν ότι η αλήθεια υπάρχει και αξίζει να της αφιερωθείς,

­• από αυτούς που αναλαμβάνουν μια ιεραρχία του ωραίου, του αληθινού, του καλού, και δεν ντρέπονται να τη μεταδώσουν.

Λοιπόν, συγγνώμη. Αυτό που μένει είναι ν’ αρχίσουμε τη δουλειά.