Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενσαρκώνοντας ρόλο πολιτικού που ασκεί φιλολαϊκή και όχι φορομπηχτική πολιτική, πανηγυρίζει για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 και σπεύδει να το παρουσιάσει ως επιτυχία που θα «επιστρέψει στην κοινωνία». Οι διατυπώσεις του και η επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν οι υπουργοί του στα ΜΜΕ και στη Βουλή έχουν ως στόχο να κρύψουν τη σκληρή πραγματικότητα. Αυτό το πλεόνασμα έχει κόστος. Και το κόστος το πλήρωσαν οι πολίτες.
Πώς δημιουργείται τόσο υψηλό πλεόνασμα; Με την παραδοσιακή μέθοδο της συστηματικής αφαίμαξης των φορολογουμένων. Από την υπερφορολόγηση της κατανάλωσης, της εργασίας και της καθημερινότητας. Από φόρους που δεν φαίνονται πάντα άμεσα, αλλά τους πληρώνουμε υποχρεωτικά κάθε μέρα.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα καύσιμα. Από τα περίπου 2 ευρώ που πληρώνει ο πολίτης για ένα λίτρο βενζίνης, πάνω από το 60% καταλήγει στο κράτος μέσω Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και ΦΠΑ. Δηλαδή, ο πολίτης πληρώνει περισσότερο φόρο παρά καύσιμο. Αυτή είναι η «πηγή» του πλεονάσματος.
Και τι επιστρέφεται; Μερικές επιδοτήσεις, κάποια επιδόματα, αποσπασματικά μέτρα λίγων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Δηλαδή, ένα μικρό κλάσμα από όσα έχουν ήδη εισπραχθεί. Η κυβέρνηση εμφανίζει ως γενναιοδωρία την επιστροφή ελάχιστου μέρους των χρημάτων που προηγουμένως άρπαξε από τις τσέπες των πολιτών.
Η λογική θα απαγόρευε σε κάποιον υπεύθυνο και ειλικρινή πολιτικό να παίρνει με το ένα χέρι δέκα και με το άλλο να επιστρέφει ένα, βαφτίζοντας την πράξη του «στήριξη» στην πλειονότητα του λαού. Αυτό είναι κοινωνική πολιτική μόνο στο… μυαλό του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανακύκλωση της υπερφορολόγησης.
Αν στην κυβέρνηση της Ν.Δ. πράγματι θέλουν να στηρίξουν την κοινωνία, υπάρχει μια ξεκάθαρη επιλογή: να μειώσουν τους φόρους. Και τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ και τον ΕΝΦΙΑ. Να ελαφρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών εκεί που πονά περισσότερο: στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα βασικά αγαθά, στη στέγαση.
Μέχρι τότε κάθε πλεόνασμα θα είναι ένας αριθμός που τα ψηφία του γράφτηκαν με… αίμα.


