Από τον Νίκο Σώκο
Η 10η Ιουνίου 1944 έχει καταγραφεί ένδοξα στις σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Είναι η ημέρα που η ναζιστική κτηνωδία μετέτρεψε την κωμόπολη του Διστόμου σε έναν απέραντο Γολγοθά. Μέσα σε λίγες ώρες, 228 αθώες ψυχές θυσιάστηκαν στον βωμό της ελευθερίας, αφήνοντας πίσω τους μια κληρονομιά-μνημόσυνο που καμία γενιά δεν έχει το δικαίωμα να ξεχάσει.
Η διαταγή γενοκτονίας
Στις αρχές Ιουνίου του 1944, το τέλος του ναζιστικού ζυγού κοντοζύγωνε. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία (6 Ιουνίου) είχε σκορπίσει τον πανικό στις τάξεις των Γερμανών κατακτητών, οι οποίοι, βλέποντας την δικτατορία τους να καταρρέει, κατελήφθησαν από μια αίσθηση καταστροφής. Με σκοπό να κάμψουν το ηθικό του πληθυσμού και να σταματήσουν την ενίσχυση των αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ που δρούσαν στον Ελικώνα, οι δυνάμεις κατοχής εφάρμοσαν σκληρά αντίποινα με βάση τη διαταγή: «Ένας Γερμανός σκοτωμένος – πενήντα Έλληνες, δέκα Γερμανοί – ένα χωριό».
Το πρωί της μαύρης εκείνης ημέρας, μια φάλαγγα Γερμανών στρατιωτών (2ος λόχος του 1ου τάγματος του 7ου Συντάγματος της Μεραρχίας των Ες-Ες με έδρα τη Λιβαδειά) ξεκίνησε με κατεύθυνση το Δίστομο. Ως δόλωμα, οι ναζί χρησιμοποιούσαν δύο προπορευόμενα ελληνικά επιταγμένα φορτηγά με στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αντάρτες. Από τον Καρακόλιθο και μετά, η φάλαγγα άρχισε να σπέρνει τον θάνατο, εκτελώντας πέντε αγρότες και συλλαμβάνοντας δώδεκα ως ομήρους την ώρα που θέριζαν.
Η Ενέδρα στο Στείρι, η παράνοια της αντεκδίκησης
Φτάνοντας στη διασταύρωση Διστόμου–Αράχωβας, οι γερμανικές δυνάμεις ενώθηκαν με μια ακόμη μεγάλη αυτοκινητοπομπή που ερχόταν από την Άμφισσα. Οι εκατοντάδες στρατιώτες μπήκαν στο Δίστομο και προκάλεσαν τον πανικό στους ανυποψίαστους κατοίκους. Ο επικεφαλής των Γερμανών, εικοσιεξάχρονος λοχαγός Φριτς Λάουτενμπαχ, αρνήθηκε να συναντηθεί με τον πρόεδρο της κοινότητας Χαράλαμπο Κίνια και τον ιερέα Σωτήρη Ζήση, ενώ διέταξε τους χωρικούς να κλειστούν στα σπίτια τους με την απειλή της επιτόπιας εκτέλεσης.
Αποσπώντας πληροφορίες για κινήσεις ανταρτών, ένα τμήμα της δύναμης κατευθύνθηκε προς το κοντινό χωριό Στείρι. Στη θέση Λιθαράκι, οι Γερμανοί έπεσαν σε βαριά ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη ήταν ρομαλέα και κράτησε μέχρι το μεσημέρι, αναγκάζοντας τους ναζί σε οπισθοχώρηση. Κατά την επιστροφή της πομπής στο Δίστομο, ο τραυματισμένος Γερμανός βαθμοφόρος Τεό υπέκυψε στα τραύματά του. Έξαλλος από την αποτυχία, ο Λάουτενμπαχ διέταξε εσπευσμένα την πλήρη εξόντωση του άμαχου πληθυσμού του Διστόμου, παρόλο που το χωριό δεν είχε καμία ανάμειξη στη μάχη.
Ο αδιανόητος γολγοθάς των αμάχων
Αυτό που ακολούθησε στους έρημους δρόμους και τα σπίτια του Διστόμου ξεπερνά κάθε λογική. Οι εξαγριωμένοι στρατιώτες των Ες-Ες εισέβαλαν με εφ’ όπλου λόγχη στις οικίες, σφάζοντας, βιάζοντας και καίγοντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Δεν υπήρξε κανένας οίκτος για την ανθρώπινη ζωή, γέροντες, γυναίκες, έγκυες και βρέφη λίγων μόλις ημερών πέρασαν από το λεπίδι των Ναζί. Ακόμα και ο ιερέας του χωριού αποκεφαλίστηκε, ενώ σφαγιάστηκε και κάθε ζωντανό που βρισκόταν στην περιοχή.
Η σφαγή σταμάτησε μόνο όταν έπεσε το σκότος και οι δολοφόνοι, φοβούμενοι τους αντάρτες, αποχώρησαν για τη Λιβαδειά, αφού πρώτα παρέδωσαν τις κατοικίες στις φλόγες. Από τους 228 επιβεβαιωμένους νεκρούς, οι 117 ήταν γυναίκες και οι 111 άνδρες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν 53 παιδιά κάτω των 16 ετών. Οι μαρτυρίες του Ελβετού απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, George Wehrly, που έφτασε στο χωριό λίγες μέρες αργότερα, περιγράφουν μια απόλυτη κόλαση, με εκατοντάδες πτώματα να κρέμονται ακόμα και από τα δέντρα περιμετρικά των δρόμων.
Η συγκάλυψη, το πλιάτσικο, το ολοκαύτωμα στο Καλάμι
Την επόμενη κιόλας ημέρα, 11 Ιουνίου 1944, οι σφαγείς έστησαν μπλόκο στο κοντινό χωριό Καλάμι Βοιωτίας. Αφού συγκέντρωσαν 26 άτομα, τα εκτέλεσαν εν ψυχρώ, πέταξαν τα σώματά τους μέσα σε ένα σπίτι και τους έβαλαν φωτιά. Ακολούθησε άγριο πλιάτσικο σε σπίτια και αποθήκες, με τους ναζί να φορτώνουν τη λεία τους σε φορτηγά.
Πίσω στο Δίστομο, για να δικαιολογήσει το αποτρόπαιο έγκλημά του, ο Λάουτενμπαχ συνέταξε μια ψευδή αναφορά, ισχυριζόμενος ότι οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες οχυρωμένους μέσα στα σπίτια του χωριού. Παρόλο που ο Γκέοργκ Κοχ της γερμανικής στρατονομίας κατέγραψε την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν υπήρχαν αντάρτες στο Δίστομο οι γερμανικές αρχές, φοβούμενες τη διατάραξη των σχέσεων με την ελληνική κατοχική κυβέρνηση, διεξήγαγαν μια τυπική έρευνα χωρίς Έλληνες μάρτυρες, επιβάλλοντας στον Λάουτενμπαχ, ασήμαντα πειθαρχικά μέτρα.
Φάροι αιώνιας ιστορικής μνήμης
Μετά την απελευθέρωση, η απόδοση δικαιοσύνης παρέμεινε ανεκπλήρωτη, καθώς ο υπεύθυνος Γερμανός διοικητής Χανς Ζάμπελ, αν και εκδόθηκε αρχικά στην Ελλάδα, στάλθηκε τελικά στη Δυτική Γερμανία, όπου αφέθηκε ελεύθερος. Η μνήμη των θυμάτων παρέμεινε ζωντανή. Σήμερα, στο λόφο Κάναλες δεσπόζει το επιβλητικό Μαυσωλείο, όπου φυλάσσονται τα οστά των θυμάτων, ενώ στην είσοδο της κωμόπολης λειτουργεί το Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού (στο παλιό Δημοτικό Σχολείο).
Στην είσοδο του Μουσείου κυριαρχεί η εμβληματική φωτογραφία της Μαρίας Παντίσκα, η οποία έγινε το παγκόσμιο σύμβολο της ελληνικής τραγωδίας μέσα από τις σελίδες του περιοδικού LIFE το 1944. Το Δίστομο δεν λύγισε. Μέσα από τις ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης και τα μνημεία του, συνεχίζει να βροντοφωνάζει προς όλη την ανθρωπότητα ότι η θυσία για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια είναι αθάνατη.