Η εκτενής ανάλυση του Reuters για τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη που μετακυλίουν τις πολεμικές αυξήσεις στους καταναλωτές
Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει τους φόβους για ένα νέο κύμα ακρίβειας στην Ευρώπη, ωστόσο τα πρώτα στοιχεία από τον επιχειρηματικό κόσμο δείχνουν ότι η κατάσταση απέχει σημαντικά από το σοκ που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Παρά το γεγονός ότι οι διεθνείς αγορές ενέργειας βρίσκονται ξανά υπό πίεση εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των αναταράξεων στην ευρύτερη περιοχή, μόλις το ένα τρίτο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της Ευρωζώνης έχει προχωρήσει ή σχεδιάζει να προχωρήσει σε αυξήσεις τιμών. Το εύρημα αυτό προκύπτει από εκτενή ανάλυση του Reuters, η οποία βασίστηκε σε δηλώσεις διοικήσεων εισηγμένων εταιρειών και αποτυπώνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που επικράτησε πριν από τέσσερα χρόνια.
Οι επενδυτές, οι αγορές αλλά και τα στελέχη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσπαθούν το τελευταίο διάστημα να απαντήσουν σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί ο πόλεμος στο Ιράν να πυροδοτήσει έναν νέο πληθωριστικό κύκλο αντίστοιχο με αυτόν που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία; Προς το παρόν, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η απάντηση είναι αρνητική.
Τα αποτελέσματα της έρευνας
Η έρευνα του Reuters αξιοποίησε τεχνητή νοημοσύνη για την ανάλυση 175 απομαγνητοφωνημένων τηλεδιασκέψεων παρουσίασης οικονομικών αποτελεσμάτων εταιρειών της Ευρωζώνης που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2 Απριλίου και 15 Μαΐου. Μέσω του εργαλείου Claude Cowork, το οποίο βασίστηκε στο μοντέλο Opus 4.7, εξετάστηκε κατά πόσο οι επιχειρήσεις αναφέρθηκαν στην αύξηση του ενεργειακού κόστους και εάν σχεδιάζουν να μετακυλίσουν αυτό το βάρος στους πελάτες τους.
Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Από τις 175 εταιρείες, οι 105 αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους, ενώ οι 91 συνέδεσαν ευθέως τις πιέσεις αυτές με τον πόλεμο στο Ιράν και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, μόλις 56 επιχειρήσεις δήλωσαν ότι έχουν ήδη αυξήσει ή προτίθενται να αυξήσουν τις τιμές τους τους επόμενους μήνες.
Το ποσοστό αυτό απέχει σημαντικά από την εικόνα που είχε διαμορφωθεί το 2022. Τότε, σχεδόν δύο στις τρεις επιχειρήσεις είχαν προχωρήσει σε ανατιμήσεις, καθώς το ενεργειακό σοκ συνέπεσε με την ισχυρή μεταπανδημική ζήτηση και τα μεγάλα πακέτα δημοσιονομικής στήριξης που είχαν υιοθετήσει οι κυβερνήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ο πληθωρισμός να εκτοξευθεί σε διψήφια επίπεδα σε πολλές χώρες της Ευρώπης.
Αισθητές οι διαφορές συγκριτικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία
Σήμερα, όμως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. «Υπάρχει ξεκάθαρη διαφορά μεταξύ της άνοιξης του 2022 και της άνοιξης του 2026», υπογράμμισε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Φινλανδίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Όλι Ρεν.
Όπως εξήγησε, η αγορά εργασίας είναι σαφώς λιγότερο πιεσμένη, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει υποτονική και η δημοσιονομική στήριξη είναι πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια.
Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν τη διαφοροποίηση. Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης βρισκόταν ήδη στο 5,9%. Αντίθετα, κατά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν βρισκόταν μόλις στο 1,9%.
Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες εξελίξεις καταδεικνύουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν την Τρίτη, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης ανήλθε τον Μάιο στο 3,2%, επίπεδο που παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στην Ελλάδα. Ο ελληνικός πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5% τον Μάιο, από 4,6% τον Απρίλιο του 2026 και 3,3% τον Μάιο του 2025, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν έντονες για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η εικόνα αυτή αναμένεται να επηρεάσει τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι οικονομολόγοι θεωρούν σχεδόν βέβαιη μία νέα αύξηση επιτοκίων την επόμενη εβδομάδα, κυρίως για λόγους αξιοπιστίας και προκειμένου να σταλεί μήνυμα στις αγορές ότι η ΕΚΤ παραμένει σε εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο διάχυσης των ενεργειακών ανατιμήσεων σε ολόκληρη την οικονομία.
Ωστόσο, η αδύναμη ανάπτυξη φαίνεται να μειώνει την ανάγκη για μια επιθετική σειρά αυξήσεων επιτοκίων. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz Global Investors, Κρίστιαν Σουλτς, εκτίμησε ότι τα στοιχεία επιτρέπουν στην ΕΚΤ να κινηθεί με μεγαλύτερη υπομονή, καθώς το επιχείρημα υπέρ μιας περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής είναι πλέον λιγότερο σαφές και απαιτούνται περισσότερες αποδείξεις για τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στους καταναλωτές.
Οι διαφορές ανάμεσα σε επιχειρηματικούς κλάδους
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διαφορές μεταξύ των επιχειρηματικών κλάδων. Από το συνολικό δείγμα, εξαιρέθηκαν οι χρηματοοικονομικές εταιρείες, καθώς αντιμετωπίζουν τις ενεργειακές κρίσεις κυρίως ως μακροοικονομικό παράγοντα και όχι ως ζήτημα τιμολόγησης. Έτσι, η ανάλυση επικεντρώθηκε σε 136 επιχειρήσεις.
Από αυτές, οι 55 έχουν ήδη προχωρήσει ή σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε αυξήσεις τιμών. Οι περισσότερες περιπτώσεις εντοπίζονται στη βιομηχανία και σε εταιρείες που επηρεάζονται άμεσα από το κόστος ενέργειας και πρώτων υλών. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η BASF και η Nexans.
Αντίθετα, οι επιχειρήσεις που απευθύνονται απευθείας στους καταναλωτές εμφανίζονται πολύ πιο επιφυλακτικές. Η Delhaize έχει δεσμευθεί να διατηρήσει χαμηλές τιμές, ενώ η Volkswagen δίνει έμφαση στη μείωση των δικών της λειτουργικών δαπανών αντί στην επιβάρυνση των πελατών.
Η ανάλυση καταγράφει επίσης σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρήσεων που πωλούν σε άλλες επιχειρήσεις και εκείνων που απευθύνονται στα νοικοκυριά. Από τις 33 βιομηχανικές επιχειρήσεις του δείγματος, οι 11 δήλωσαν ότι μετακυλίουν ήδη το αυξημένο κόστος στους πελάτες τους, τρεις σχεδιάζουν να το κάνουν το επόμενο διάστημα και δύο εφαρμόζουν μερικές αυξήσεις.
Στον αντίποδα, από τις 26 εταιρείες καταναλωτικών αγαθών μόνο η Pirelli επιβεβαίωσε ότι προχώρησε σε μετακύλιση του αυξημένου κόστους, ενώ μόλις τέσσερις ακόμη εξετάζουν αντίστοιχες κινήσεις. Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Bank J. Safra Sarasin, Κάρστεν Γιούνιους, η εικόνα αυτή αντανακλά μια οικονομία που στηρίζεται περισσότερο στις επενδύσεις και λιγότερο στην κατανάλωση των νοικοκυριών.
Ο ίδιος εκτιμά επίσης ότι η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να καθιστά ορισμένες επιχειρήσεις λιγότερο ευάλωτες στις αυξήσεις του κόστους, επιτρέποντάς τους να απορροφούν ή να μετακυλίουν πιο αποτελεσματικά τις επιβαρύνσεις.
Τι άλλαξε από το 2022;
Η μελέτη αναδεικνύει ακόμη ένα στοιχείο: οι επιχειρήσεις φαίνεται πως έχουν διδαχθεί από τα λάθη και τις δυσκολίες του 2022.
Η χρήση στρατηγικών αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) έχει αυξηθεί αισθητά, είτε μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων είτε μέσω παραγώγων χρηματοοικονομικών εργαλείων. Συνολικά, 74 εταιρείες δήλωσαν ότι διαθέτουν πλέον τέτοιους μηχανισμούς προστασίας, έναντι 68 που είχαν αντίστοιχες πρακτικές πριν από τέσσερα χρόνια.
Παράλληλα, αυξάνεται η χρήση ρητρών αυτόματης αναπροσαρμογής τιμών, οι οποίες επιτρέπουν την προσαρμογή των τιμολογίων όταν αυξάνεται το κόστος εισροών, όπως τα καύσιμα. Το 25% των επιχειρήσεων που σχεδιάζουν ανατιμήσεις χρησιμοποιεί τέτοιες ρήτρες, έναντι 22% το 2022.
Αν και το δείγμα αφορά κυρίως μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους που συμμετέχουν στον δείκτη Euro STOXX και δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα την εικόνα των μικρότερων επιχειρήσεων, τα συμπεράσματα συμβαδίζουν με πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με αυτή, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για αυξήσεις τιμών υποχώρησαν τον Μάιο, μετά την άνοδο που είχε καταγραφεί τον Απρίλιο, και παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί κατά την άνοιξη του 2022.

