Στην κορυφή της ατζέντας της κρίσιμης συνάντησης στον Λευκό Οίκο μεταξύ ΤραμΠ και Νετανιάχου βρίσκεται η πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ιράν, το μέλλον της Γάζας και η ακανθώδης πώληση των μαχητικών F-35 στην Τουρκία. Το τετ-α-τετ των δύο ηγετών διεξάγεται σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου βρίσκονται αντιμέτωποι με επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, την ώρα που η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται πλέον ιδιαίτερα αρνητική απέναντι στην παράταση της σύγκρουσης με την Τεχεράνη.
Η στρατιωτική εκστρατεία που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο δεν έχει επιτύχει μέχρι στιγμής τους διακηρυγμένους στόχους της, την πλήρη εξάρθρωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και την ανατροπή του καθεστώτος προκαλώντας τριγμούς στη συμμαχία των δύο χωρών. Για να εξασφαλίσει τη συνάντηση στην Ουάσιγκτον, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αναγκάστηκε να υποχωρήσει στις πιέσεις των ΗΠΑ, εγκρίνοντας την ανάπτυξη της Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης (ISF) στη Γάζα, επιζητώντας παράλληλα μια επίδειξη ισχυρής συμμαχίας για να ενισχύσει τη θέση του ενόψει των φθινοπωρινών εκλογών στο Ισραήλ.
Την ίδια στιγμή, το μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις τους παραμένει η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Άγκυρα. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι δεν προτίθεται να υπολογίσει τις ενστάσεις του Τελ Αβίβ για την παραχώρηση των F-35 στην Τουρκία, χαρακτηρίζοντας τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «φίλο» και τονίζοντας πως καμία ξένη δύναμη δεν μπορεί να υπαγορεύσει την αμυντική πολιτική των ΗΠΑ.
Ενώ ο Νετανιάχου επιμένει στη συνέχιση της σκληρής γραμμής, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να αναζητά διέξοδο, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη απευθείας και έμμεσων επαφών με την Τεχεράνη. Η έκβαση των συνομιλιών αναμένεται να καθορίσει τις επόμενες κινήσεις στη Μέση Ανατολή, αλλά και τις λεπτές ισορροπίες στις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ και την Τουρκία.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ έδινε την εντολή για την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, διαβεβαίωνε τους Αμερικανούς πως η σύγκρουση θα ήταν σύντομη — υπόθεση «τεσσάρων με πέντε εβδομάδων». Σήμερα, καθώς ο πόλεμος συμπληρώνει τον έκτο μήνα του, η πραγματικότητα στα πρατήρια καυσίμων και τα προσκλητήρια των απωλειών σκιαγραφούν μια πολύ διαφορετική εικόνα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της νέας δημοσκόπησης των Reuters/Ipsos, μόλις ένας στους τρεις Αμερικανούς, δηλαδή το 33%, στηρίζει πλέον την πολεμική εμπλοκή. Το ποσοστό αυτό αποτελεί το χαμηλότερο σημείο από την έναρξη της σύρραξης. Σε αντίθεση με ιστορικές συγκρήσεις, όπως στο Αφγανιστάν όπου η υποστήριξη άγγιζε το 90% ή το Ιράκ με 70%, η δημοτικότητα του σημερινού πολέμου δεν ξεπέρασε ποτέ το 40%.
Η απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής αποτελεί το κύριο σημείο τριβής για τους πολίτες. Το 69% των ερωτηθέντων, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και τέσσερις στους δέκα Ρεπουμπλικανούς, δηλώνει πως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει εξηγήσει σαφώς τους αντικειμενικούς σκοπούς της επέμβασης, οι οποίοι μετατοπίζονται συνεχώς από την αλλαγή καθεστώτος έως την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.
Παράλληλα, οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις γίνονται όλο και πιο αισθητές στην καθημερινότητα. Η αλματώδης αύξηση στην τιμή των καυσίμων επιβαρύνει άμεσα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ενώ οι επίσημες αρχές έχουν ήδη επιβεβαιώσει τον θάνατο 18 Αμερικανών στρατιωτικών, την ώρα που οι απώλειες στην ευρύτερη περιοχή μετρούν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Αυτό το κλίμα ανησυχίας αποτυπώνεται και στη στάση των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, οι οποίοι στρέφονται πλέον προς τους Δημοκρατικούς σε ποσοστό 36% έναντι 20%, εκφράζοντας παράλληλα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην οικονομική ατζέντα της αντιπολίτευσης.
Από την πλευρά της αμερικανικής προεδρίας, η εκπρόσωπος Ολίβια Γουέιλς ξεκαθάρισε πως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν χαράσσει εξωτερική πολιτική με βάση τις μεταβαλλόμενες δημοσκοπήσεις, υπογραμμίζοντας ότι ο πρωταρχικός στόχος παραμένει η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Ωστόσο, με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν και τον έλεγχο του Κογκρέσου να κρίνεται στις λεπτομέρειες, η αυξανόμενη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης εξελίσσεται σε έναν από τους σοβαρότερους πολιτικούς πονοκεφάλους για τη διοίκηση Τραμπ.
