Στις 7 Αυγούστου, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία έθεσαν σε ισχύ την Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας, διευρύνοντας την αντίστοιχη που είχαν υπογράψει το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία τον Σεπτέμβριο του 2025, ώστε να συμπεριληφθεί και η Τουρκία.
- *Του Εμμανουήλ Μπέζα
Η συμφωνία εξυπηρετεί πολλαπλούς στρατηγικούς στόχους: να περιορίσει αυτό που τα μέλη της αντιλαμβάνονται ως ολοένα πιο επεκτατικές πολιτικές του Ισραήλ· να εξισορροπήσει την αυξανόμενη στρατιωτική ισχύ του Ιράν· να συμπληρώσει, και ενδεχομένως, με την πάροδο του χρόνου, να υποκαταστήσει εν μέρει την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας· και να προωθήσει μια περιφερειακή τάξη λιγότερο εξαρτημένη από την υπό αμερικανική ηγεσία αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Η χρονική συγκυρία είναι σημαντική. Η συμφωνία επισημοποιήθηκε εν μέσω της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης Ιράν – ΗΠΑ και μετά τον πόλεμο των 40 ημερών, ο οποίος ανέδειξε το Ιράν σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της δυτικής Ασίας. Παράλληλα, η προσέγγιση μεταξύ Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Αιγύπτου επιταχύνθηκε μετά τη στρατιωτική επέμβαση του Ισραήλ στη Γάζα, η οποία έχει μεταβάλει τις αντιλήψεις στην περιοχή για το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και την υφιστάμενη τάξη.
Νέα ισορροπία
Οπως είχαμε επισημάνει στη «δημοκρατία» (17 Ιουνίου), το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα πιο πολυπολικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι συσχετισμοί ισχύος στη Μέση Ανατολή αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία. Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν επιχειρούν να εξισορροπήσουν αντιλαμβανόμενες απειλές και, κυρίως, ακολουθούν μια στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) απέναντι στην αυξανόμενη αβεβαιότητα.
Η σημασία, επομένως, της Συμφωνίας της Μέκκας δεν βρίσκεται απλώς στη δημιουργία ακόμα μίας συμμαχίας, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι περιφερειακές δυνάμεις αρχίζουν να αναλαμβάνουν ευθύνες ασφαλείας που επί δεκαετίες παρείχε ή εγγυόταν μια εξωτερική ηγεμονική δύναμη.

Εντονη είναι η κριτική σχετικά με το κατά πόσο η συμφωνία θα μπορούσε πράγματι να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση ενδεχόμενης ιρανικής επίθεσης εναντίον της Σαουδικής Αραβίας. Ενα τέτοιο ενδεχόμενο είναι, πράγματι, εξαιρετικά δύσκολο να υλοποιηθεί στην πράξη, γεγονός που οδηγεί ορισμένους αναλυτές στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία είναι de facto μη λειτουργική. Το ερώτημα όμως δεν είναι «αν θα τα βάλουν με το Ιράν», αλλά «αν θα τα βάλουν με το Ισραήλ». Και στη δεύτερη περίπτωση, η πιθανότητα μιας καταφατικής απάντησης είναι σημαντικά μεγαλύτερη.
Εξίσου σημαντικές, όμως, είναι οι πολιτικές προεκτάσεις της συμφωνίας. Η νέα περιφερειακή τάξη που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή φαίνεται ότι θα χαρακτηρίζεται από μικρότερο σχετικό ρόλο των ΗΠΑ και του Ισραήλ, μεγαλύτερο ρόλο του Ιράν και, πλέον, από την παρουσία ενός ακόμη οργανωμένου πόλου ισχύος. Η συμμαχία μπορεί έτσι να εξελιχθεί όχι μόνο σε μηχανισμό εξισορρόπησης, αλλά και σε έναν από τους περιφερειακούς συνδιαμορφωτές αυτής της νέας τάξης.
Η Αίγυπτος
Για την Ελλάδα, το κρισιμότερο ερώτημα δεν αφορά τα τρία σημερινά μέλη της συμφωνίας, αλλά το πιθανό τέταρτο: την Αίγυπτο.
Η Αίγυπτος έχει συμμετάσχει με την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν στις διπλωματικές τους πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων και οι πρόσφατες προσπάθειες διαμεσολάβησης στη σύγκρουση Ιράν – ΗΠΑ. Η απουσία της από τη Συμφωνία της Μέκκας είναι, επομένως, αξιοσημείωτη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι η Αίγυπτος θα μπορούσε να ενταχθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Αθήνα θα πρέπει να σχεδιάσει την πολιτική της με βάση αυτή την υπόθεση και να διαμορφώσει στρατηγική για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας εξέλιξης. Αν το Κάιρο παραμείνει τελικά εκτός, ακόμα καλύτερα· αν όχι, η Ελλάδα δεν πρέπει να βρεθεί απροετοίμαστη.
Η χώρα μας έχει επενδύσει επί χρόνια στη στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο ως αντίβαρο στην Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο. Εάν Κάιρο και Αγκυρα βρεθούν στον ίδιο μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας, μεταβάλλεται μια βασική παράμετρος της ελληνικής στρατηγικής. Παράλληλα, εγείρονται κρίσιμα ερωτήματα για το κατά πόσο το Κάιρο θα μπορούσε να γίνει περισσότερο δεκτικό στην τουρκική πρόταση για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ανατολικά του 28ου Μεσημβρινού.
Η Αίγυπτος αντιμετωπίζει τρεις μεγάλες προκλήσεις ασφαλείας στην περιφέρειά της: τη Γάζα, το Σουδάν και τη Λιβύη. Η Γάζα είναι ίσως η σημαντικότερη, λόγω της εγγύτητάς της με τη Χερσόνησο του Σινά, του κινδύνου επέκτασης της σύγκρουσης μέσω της Ράφα και, κυρίως, του ενδεχομένου μαζικού εκτοπισμού Παλαιστινίων σε αιγυπτιακό έδαφος. Σε συνδυασμό με το ιστορικό των πολέμων με το Ισραήλ και της ισραηλινής κατοχής του Σινά, αυτό καθιστά το Ισραήλ κεντρική εξωτερική απειλή για το Κάιρο.
Επιπλέον, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ένας από τους στενούς εταίρους του Ισραήλ, υποστηρίζουν την αντίπαλη πλευρά στο Σουδάν, όπου η Αίγυπτος, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία ευθυγραμμίζονται σε γενικές γραμμές υπέρ των σουδανικών ενόπλων δυνάμεων. Αντίστοιχη σύγκλιση αναδύεται και στο Κέρας της Αφρικής. Διαμορφώνεται, επομένως, ένας ευρύτερος περιφερειακός αναπροσανατολισμός: τα συμφέροντα Αιγύπτου, Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας συγκλίνουν ολοένα περισσότερο, ενώ τα ΗΑΕ -και, ευρύτερα, το Ισραήλ- βρίσκονται στην άλλη πλευρά.
Η εμπλοκή της Αιγύπτου στην κρίση της Γάζας εξηγεί ενδεχομένως την απροθυμία του Καΐρου να αντιπαρατεθεί πιο άμεσα με το Ισραήλ μέσω της επίσημης ένταξής του στη Συμφωνία της Μέκκας. Ταυτόχρονα, όμως, η Αίγυπτος έχει συμφέρον να εξισορροπήσει την περιφερειακή ισχύ του Ισραήλ. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ ενδέχεται να γίνεται ολοένα πιο προβληματική για το Κάιρο, καθώς επεκτείνει την ισραηλινή επιρροή στην ανατολική Μεσόγειο. Δημιουργείται έτσι ένα στρατηγικό παράδοξο για την Ελλάδα: όσο περισσότερο η Αθήνα εμβαθύνει τη σύμπλευσή της με το Ισραήλ, τόσο ισχυρότερα μπορεί να γίνονται τα κίνητρα της Αιγύπτου να ενταχθεί στη Συμφωνία της Μέκκας.
Η Ελλάδα θα μπορούσε, επομένως, να ανοίξει έναν νέο διάλογο ασφάλειας με την Αίγυπτο στην ανατολική Μεσόγειο, ανεξάρτητο από τη σχέση της με το Ισραήλ, και να συμπεριλάβει σε αυτόν τη Λιβύη, όπου Αθήνα και Κάιρο έχουν κατά καιρούς βρεθεί στην ίδια πλευρά. Στρατηγικός στόχος πρέπει να είναι η διατήρηση της Αιγύπτου εκτός της Συμφωνίας της Μέκκας. Αυτό ενδέχεται να απαιτήσει από την Ελλάδα να μην εμβαθύνει περαιτέρω τη σύμπλευσή της με το Ισραήλ, ιδιαίτερα στο ζήτημα της Γάζας, και να αποσαφηνίσει ότι οι ανησυχίες ασφαλείας της Αιγύπτου έχουν για την Αθήνα προτεραιότητα έναντι των επιδιώξεων του Ισραήλ.
*Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής
