Η Γερμανία ανακοίνωσε την Τρίτη ότι η Ρωσία φέρει ευθύνη για την επίθεση με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας τον περασμένο μήνα, επιβεβαιώνοντας εκτιμήσεις που ήθελαν το Κρεμλίνο να εμπλέκεται στο συμβάν, όπως σημειώνει η Wall Street Journal.
H εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι τόσο λόγω της ίδιας της επίθεσης, όσο επειδή η γερμανική κυβέρνηση επέλεξε πλέον να κατονομάζει δημόσια και ευθέως τις ενέργειες της Ρωσίας που στοχεύουν τη συμμαχία του ΝΑΤΟ.
Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Αλέξαντερ Ντόμπριντ δήλωσε, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα: «Δεν θεωρούμε ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο, αλλά είμαστε καθημερινά στόχος υβριδικού πολέμου». Το drone που εντοπίστηκε στον συγκεκριμένο αερολιμενικό κόμβο έφερε εκρηκτικό μηχανισμό και η τοποθεσία του θεωρείται σημαντική οδός εφοδιασμού της Ουκρανίας.
Η WSJ επικαλείται δεδομένα του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS), σύμφωνα με τα οποία έχουν καταγραφεί 144 περιστατικά με drones σε 13 χώρες μέσα σε λιγότερο από δύο έτη, με τη Ρωσία να θεωρείται ο κύριος υπαίτιος.
Η στρατηγική του Κρεμλίνου περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών, από κυβερνοεπιθέσεις έως στοχευμένες παρεμβάσεις εναντίον υποθαλάσσιων καλωδίων, με σκοπό να καθίσταται δυσχερής η σαφής απόδοση ευθυνών.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει, μέσω αυτής της τακτικής της «γκρίζας ζώνης», να μεταφέρει στη Δύση το βάρος της απόφασης για το εάν και πώς θα κλιμακωθεί η αντιπαράθεση, ενώ παράλληλα επιχειρεί να αποδυναμώσει τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας χωρίς να οδηγηθεί σε άμεση στρατιωτική σύρραξη.
Η εφημερίδα επισημαίνει ότι, παρόλο που η Ρωσία ενδέχεται να μη διαθέτει σήμερα επαρκείς δυνάμεις για εισβολή στις χώρες της Βαλτικής, οι λανθασμένες εκτιμήσεις του Πούτιν στην Ουκρανία ξεκίνησαν με αντίστοιχες μεθόδους πίεσης.
Η WSJ θέτει ως κρίσιμο ερώτημα το τι θα πράξει η Δύση πέραν των καταδικαστικών δηλώσεων. Παρά την αναγκαιότητα ενίσχυσης των συστημάτων αντιμετώπισης drones, η εφημερίδα σημειώνει ότι οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις αδυνατούν να προστατεύσουν κάθε ευάλωτο στόχο. Ως εκ τούτου, προτείνεται η Δύση να στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην αποτροπή, ώστε το κόστος για τη Ρωσία από τέτοιες ενέργειες να καταστεί αρκετά υψηλό ώστε να αποτρέπει την επανάληψή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η WSJ χαρακτηρίζει «ιδιαίτερα ατυχή» την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης υπό τον Ντόναλντ Τραμπ να προσκαλέσει τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών στη σύνοδο της G20 που διεξάγεται αυτή την εβδομάδα στη Βόρεια Καρολίνα.
Η γερμανική κυβέρνηση, σύμφωνα με την εφημερίδα, εξέφρασε έντονη αντίδραση στην παρουσία της Ρωσίας σε τέτοιο φόρουμ για πρώτη φορά μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Όπως εκτιμάται, ο Πούτιν θα αξιοποιήσει τη συμμετοχή για να ενισχύσει τη διεθνή του νομιμοποίηση, παράλληλα με τη συνέχιση επιθέσεων κατά αμάχων στο Κίεβο.
Η συντακτική επιτροπή προτείνει αντί αυτού η αμερικανική ηγεσία να εστιάσει στην προώθηση νομοσχεδίου για κυρώσεις κατά της Ρωσίας, το οποίο είχε καταθέσει ο εκλιπών γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, και του οποίου η πορεία στη Βουλή των Αντιπροσώπων παραμένει αβέβαιη.
Η WSJ συνδέει επίσης τη ρωσική στάση με τις σχέσεις της Μόσχας με το Ιράν. Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλείται, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, φέρεται να ζήτησε από τη ρωσική πλευρά κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψής του στη Μόσχα να παύσει η υποστήριξη προς το Ιράν. Ωστόσο, η εφημερίδα εκτιμά ότι το μήνυμα αυτό δεν απέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς ο Πούτιν επιβεβαίωσε αυτή την εβδομάδα τη στήριξή του προς το ιρανικό καθεστώς, το οποίο –σύμφωνα με την WSJ– επιχειρεί να πλήξει Αμερικανούς πολίτες και συμφέροντα.
