Σε σε φάση διαβούλευσης εισέρχεται η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού
Η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού για το 2026 εισέρχεται σε φάση διαβούλευσης, ύστερα από την πρόσκληση του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, προς τους κοινωνικούς εταίρους και τους επιστημονικούς φορείς.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή Διαβούλευσης και η Επιστημονική Επιτροπή καλούνται να υποβάλουν τα υπομνήματά τους. Η Επιτροπή Διαβούλευσης αποτελείται από πέντε εκπροσώπους των οργανώσεων εργαζομένων, πέντε εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων και τον πρόεδρο του ΟΜΕΔ.
Η πενταμελής Επιστημονική Επιτροπή, από την πλευρά της, συγκροτείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σε οικονομικά και εργασιακά θέματα, που προτείνονται από το υπουργείο Εργασίας, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, την ΕΛ.ΣΤΑΤ., καθώς και από τον πρόεδρο του ΣΟΕ.
Τα υπομνήματα και οι εκθέσεις των δύο επιτροπών θα ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της αύξησης. Στη συνέχεια, το υλικό θα διαβιβαστεί στο ΚΕΠΕ για την κατάρτιση του σχεδίου πορίσματος, με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται με την εισήγηση της υπουργού προς το υπουργικό συμβούλιο, με σκοπό ο νέος κατώτατος μισθός να ισχύσει από τον Απρίλιο του 2026.
Η κ. Κεραμέως έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η κυβερνητική δέσμευση παραμένει αμετάβλητη: ο κατώτατος μισθός να διαμορφωθεί στα 950 ευρώ και ο μέσος μισθός στα 1.500 ευρώ έως το 2027.
Σημειώνεται ότι ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο έχει πλέον εξισωθεί με τον κατώτατο του ιδιωτικού τομέα, ενώ έχει εφαρμοστεί οριζόντια αύξηση σε όλα τα μισθολογικά κλιμάκια.
Το υπουργείο Εργασίας τονίζει ότι η αύξηση καθορίζεται από δύο βασικούς άξονες: την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων και τις αντοχές της αγοράς εργασίας, των επιχειρήσεων και των δημοσιονομικών περιθωρίων – δεδομένου ότι ο κατώτατος μισθός επηρεάζει και τον δημόσιο τομέα. Παράλληλα, συνεχίζεται η πολιτική στήριξης της αγοραστικής δύναμης και του διαθέσιμου εισοδήματος, με γνώμονα τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Προς το παρόν, ο κατώτατος μισθός είναι στα 880 ευρώ (και το ημερομίσθιο στα 39,30 ευρώ). Από το 2019 έως το 2025, έχει καταγραφεί συνολική αύξηση 35,4%.
Η αύξηση ωφελεί άμεσα τους μισθωτούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τις τριετίες, καθώς και τα επιδόματα και παροχές που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό, ενώ έμμεσα ωθεί προς τα πάνω και τον μέσο μισθό.
Στελέχη του υπουργείου υπογραμμίζουν ότι η νέα αναπροσαρμογή γίνεται σε ένα βελτιωμένο εργασιακό περιβάλλον: η ανεργία έχει πέσει στο 8,2%, έχουν δημιουργηθεί πάνω από 500.000 νέες θέσεις εργασίας από το 2019, ενώ έχει μειωθεί αισθητά το μη μισθολογικό κόστος.
Από το 2028, αλλάζει ο τρόπος καθορισμού. Από τα μέσα του 2027 τίθεται σε ισχύ νέος μηχανισμός, όπου η ετήσια αύξηση θα προκύπτει ως άθροισμα:
- του ετήσιου ποσοστού μεταβολής του ΔΤΚ για τα νοικοκυριά του χαμηλότερου 20% της εισοδηματικής κλίμακας,
- συν το μισό του ετήσιου ποσοστού μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του Γενικού Δείκτη Μισθών.
Έτσι, λαμβάνονται υπόψη η ακρίβεια που πλήττει τα χαμηλότερα εισοδήματα και η εξέλιξη της παραγωγικότητας. Το υπουργείο Εργασίας επισημαίνει ότι το νέο σύστημα προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια (ο κατώτατος μισθός δεν μειώνεται ποτέ), συνδέεται με αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα (πληθωρισμός, παραγωγικότητα, στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ.) και ενισχύει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη.


