Δεν άλλαξε η βαθμίδα της Ελλάδας από τη Scope
Τη βαθμίδα BBB για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας επιβεβαίωσε η Scope Ratings, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για μια πιθανή αναβάθμιση, καθώς διατήρησε θετικές τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Στην αιτιολόγησή της, η γερμανική εταιρία αξιολόγησης τονίζει ότι η βαθμολογία στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες. Στη σφιχτή δημοσιονομική διαχείριση με σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, που ωθούν το χρέος σε πτωτική πορεία, στην ευνοϊκή δομή του δημόσιου χρέους (με μακρές λήξεις και σταθερά επιτόκια) και στην ισχυρή θεσμική στήριξη από την Ευρώπη, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη νομισματική ασπίδα του Ευρωσυστήματος όσο και τη χρηματοδότηση μέσω του NextGenerationEU.
Παρά τα θετικά, ο οίκος επισημαίνει και τους παράδοξους κινδύνους. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, με τη μείωσή του να καθίσταται πιο δύσκολη στο μέλλον λόγω των δημογραφικών πιέσεων και του κόστους γήρανσης. Επιπλέον, εντοπίζονται διαρθρωτικοί περιορισμοί στην ανάπτυξη, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, αλλά και εξωγενείς ανισορροπίες που αποτυπώνονται στα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και την εξάρτηση από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό.
Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις, η Scope εκτιμά ότι η ισχυρή δημοσιονομική εικόνα σε συνδυασμό με μια ονομαστική ανάπτυξη γύρω στο 1,75% στην πενταετία 2025-2030 θα ωθήσουν το χρέος από το 145% του ΑΕΠ το 2025 στο 127% έως το 2030, με προοπτική να αγγίξει το 120% έως το 2035. Ωστόσο, ο ρυθμός αποκλιμάκωσης αναμένεται να επιβραδυνθεί μετά το 2030, λόγω της αύξησης του κόστους τόκων και των δαπανών για τη γήρανση.
Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας ενισχύεται από το προφίλ του χρέους και την ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα, ωστόσο η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα απαιτεί συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις και στις επενδύσεις πέραν του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, με τη Scope να προειδοποιεί ότι μια κρίση στη Μέση Ανατολή θα πλήττετέ δυσανάλογα την Ελλάδα.
Τέλος, σχολιάζεται η πρόσφατη επιβολή πλαφόν στις τιμές, σημειώνοντας ότι αν και το άμεσο δημοσιονομικό κόστος είναι περιορισμένο, ενδέχεται να προκύψουν κίνδυνοι αν οι πιέσεις διατηρηθούν.
Το θετικό outlook αντανακλά την εκτίμηση του οίκου για πιθανή αναβάθμιση εντός των επόμενων 12 έως 18 μηνών. Για να επέλθει αυτή, απαιτείται η συνέχιση της μείωσης του χρέους και η ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας. Αντίστροφα, μια υποβάθμιση θα μπορούσε να προκληθεί από δημοσιονομική χαλάρωση, στασιμότητα στο χρέος ή επιδείνωση των εξωτερικών ισοζυγίων.
Το ημερολόγιο των αξιολογήσεων
Το ενδιαφέρον της αγοράς στρέφεται τώρα στις επόμενες κινήσεις των οίκων. Στις 24 Απριλίου αναμένεται η απόφαση της Standard & Poor’s, ακολουθούμενη από τη Fitch στις 8 Μαΐου.
Το φθινόπωρο θα ξεκινήσει νέος κύκλος ανακοινώσεων, με τη DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου, τη Moody’s και τη Scope στις 18 Σεπτεμβρίου, για να ολοκληρωθεί η χρονιά με την S&P (23 Οκτωβρίου) και τη Fitch (6 Νοεμβρίου).


