Σε τεντωμένο σχοινί βαδίζει η ελληνική οικονομία, καθώς η εκ νέου επιτάχυνση του πληθωρισμού και η νέα εκτόξευση στις διεθνείς τιμές ενέργειας απειλούν να διαλύσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Την ώρα που η κυβερνητική ρητορική επιμένει στην εικόνα της «ανθεκτικότητας», τα στοιχεία της Eurobank και της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτουν σοβαρούς κινδύνους για την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Ακρίβεια χωρίς φρένο και απόκλιση από την Ευρωζώνη
Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα σκαρφάλωσε εκ νέου στο 3,7% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας αισθητά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%). Η απόκλιση αυτή επιβεβαιώνει ότι οι εγχώριες δομικές στρεβλώσεις διογκώνουν τις επιπτώσεις των διεθνών κρίσεων.
Τα στοιχεία για τις σωρευτικές ανατιμήσεις σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο αποτυπώνουν το μέγεθος της επιβάρυνσης για τους καταναλωτές:
Τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα καταγράφουν εκρηκτική αύξηση 47,6%.
Η ενέργεια επιβαρύνεται κατά 34,7%.
Τα επεξεργασμένα τρόφιμα ενισχύονται κατά 24,3%.
Οι υπηρεσίες παρουσιάζουν άνοδο 21,1%.
Απειλή για την ανάπτυξη στο δεύτερο εξάμηνο
Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία πιέζει εκ νέου τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η μετακύλιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες απειλεί να συρρικνώσει περαιτέρω το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Αν και οι δείκτες κλίματος παρέμειναν συγκρατημένοι έως τον Αύγουστο, δεν ενσωματώνουν ακόμη το νέο κύμα ανατιμήσεων του Σεπτεμβρίου. Η διαφαινόμενη κάμψη στην κατανάλωση και η πίεση στις εξαγωγές θέτουν υπό αμφισβήτηση τους αναπτυξιακούς στόχους, εκθέτοντας την ανεπάρκεια των μέτρων ανάσχεσης της ακρίβειας.


