Νέο ισχυρό πλήγμα δέχεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός από το ενεργειακό κόστος, καθώς οι αυξημένες τιμές στα καύσιμα κίνησης έρχονται να συναντήσουν τον μεγάλο λογαριασμό της χειμερινής θέρμανσης. Για ένα νοικοκυριό με ένα αυτοκίνητο που χρησιμοποιεί πετρέλαιο για να ζεστάνει το σπίτι του, η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να ξεπεράσει τα 100 ευρώ κάθε μήνα, την ώρα που οι γεωπολιτικές εξελίξεις διατηρούν την αγορά ενέργειας σε καθεστώς έντονης αβεβαιότητας.
Με την απλή αμόλυβδη και το πετρέλαιο κίνησης να βρίσκονται κοντά στα 2,20 ευρώ το λίτρο, ακόμη και η επίσκεψη στο πρατήριο μετατρέπεται σε σημαντική δαπάνη. Το γέμισμα ενός μικρού αυτοκινήτου με ντεπόζιτο 40 λίτρων πλησιάζει πλέον τα 90 ευρώ, ενώ για μεγαλύτερα οχήματα ο λογαριασμός μπορεί να υπερβεί ακόμη και τα 110 ευρώ.
Για έναν οδηγό που καταναλώνει περίπου δυόμισι γεμίσματα τον μήνα, μόνο οι μετακινήσεις απαιτούν πλέον 220 έως 250 ευρώ. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, η πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση υπολογίζεται περίπου στα 50 ευρώ για όσους χρησιμοποιούν αμόλυβδη, ενώ στα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα μπορεί να φτάσει τουλάχιστον τα 70 ευρώ.
Έως 1.000 ευρώ για 600 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης
Και ενώ τα καύσιμα έχουν ήδη «ροκανίσει» σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, η έναρξη της περιόδου θέρμανσης φέρνει έναν ακόμη βαρύ λογαριασμό.
Στο ευνοϊκότερο σενάριο, οι παρεμβάσεις που εξετάζονται εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να συγκρατήσουν την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης κοντά στα 1,60 ευρώ ανά λίτρο. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όμως, ένα νοικοκυριό που θα χρειαστεί περίπου 600 λίτρα στη διάρκεια του χειμώνα θα κληθεί να καταβάλει συνολικά από 950 έως 1.000 ευρώ.
Η διαφορά σε σχέση με πέρυσι είναι αισθητή. Στις 15 Οκτωβρίου 2025 η αγορά του πετρελαίου θέρμανσης είχε ανοίξει στην Αθήνα με τιμή 1,096 ευρώ ανά λίτρο. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η επιπλέον επιβάρυνση για μία κατανάλωση 600 λίτρων υπολογίζεται σε 300-350 ευρώ για ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο ή περίπου 50-60 ευρώ επιπλέον κάθε μήνα.
Στην πράξη, ένα νοικοκυριό στην Αθήνα που συντηρεί ένα αυτοκίνητο και παράλληλα θερμαίνεται με πετρέλαιο εκτιμάται ότι θα χρειάζεται τουλάχιστον 100 ευρώ περισσότερα τον μήνα σε σχέση με πέρυσι μόνο για τις δύο αυτές ανάγκες. Αντίστοιχη εικόνα διαμορφώνεται στη Θεσσαλονίκη, ενώ ακόμη βαρύτερος αναμένεται ο λογαριασμός σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου οι τιμές των καυσίμων παραδοσιακά επιβαρύνονται περισσότερο.
Φόβοι για νέο κύμα ανατιμήσεων
Παρά το ράλι των τιμών, η κατανάλωση καυσίμων κίνησης εμφανίζει μέχρι στιγμής αντοχές. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις, ωστόσο, άρχισαν να καταγράφονται από το δεύτερο μισό του Αυγούστου, γεγονός που σημαίνει ότι η πραγματική επίδρασή τους στη ζήτηση ενδέχεται να αποτυπωθεί εντονότερα το επόμενο διάστημα.
Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία του ντίζελ, καθώς η τιμή του δεν αφορά μόνο το κόστος μετακίνησης των νοικοκυριών. Αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις μεταφορές, το εμπόριο και τη βιομηχανία και, επομένως, κάθε σημαντική αύξησή του μπορεί σταδιακά να περάσει στο τελικό κόστος προϊόντων και υπηρεσιών.
Το ενδεχόμενο αυτό δημιουργεί φόβους για έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων, σε μία περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά καλούνται ήδη να απορροφήσουν τις αυξημένες ενεργειακές δαπάνες.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία, προσθέτουν ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην εξίσωση. Έτσι, η εξέλιξη των τιμών της ενέργειας αναδεικνύεται σε έναν από τους πλέον κρίσιμους παράγοντες για τον φετινό χειμώνα, με τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς να βρίσκονται ξανά στην πρώτη γραμμή των πιέσεων.
