Η Κύπρος, με την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το πρώτο εξάμηνο του 2026, βιώνει μια περίοδο πολιτικής αναταραχής που χαρακτηρίζεται από εντάσεις εντός της κυβερνητικής συμμαχίας και ανακατατάξεις στα κόμματα. Αυτή η αναταραχή δεν προέρχεται από μαζικές διαδηλώσεις ή εξωτερικές κρίσεις, αλλά από εσωτερικές διαφωνίες που απειλούν την κυβερνητική σταθερότητα υπό τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη. Κεντρικό ρόλο παίζει η στάση του προέδρου του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ) Νικόλα Παπαδόπουλου, ο οποίος, χωρίς να έχει αποχωρήσει από το κόμμα του, έχει ανοίξει μέτωπο κριτικής κατά της κυβέρνησης, εγείροντας ερωτήματα για πιθανή ρήξη της συμμαχίας. Αυτή η κατάσταση, εν όψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου 2026, αλλάζει τα δεδομένα στο πολιτικό τοπίο, ενισχύοντας φημολογίες για νέες συμμαχίες και ανασχηματισμούς.
Η υποτιθέμενη «αποχώρηση» του Νικόλα Παπαδόπουλου από το ΔΗΚΟ δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικά γεγονότα, καθώς παραμένει πρόεδρος και ηγείται του κόμματος. Ωστόσο, η φρασεολογία αυτή μπορεί να παραπέμπει σε παλαιότερα περιστατικά, όπως η παραίτησή του από τη θέση αντιπροέδρου το 2013 λόγω διαφωνιών για το Κυπριακό, ή σε τρέχουσες εντάσεις που υποδηλώνουν πιθανή «έξοδο διαφυγής» του ΔΗΚΟ από την κυβερνητική συμμαχία.
Ο Ν. Παπαδόπουλος εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς της κυβέρνησης, ιδιαίτερα στο ενεργειακό έργο Great Sea Interconnector (GSI), το οποίο συνδέει ηλεκτρικά την Κύπρο με την Ελλάδα και το Ισραήλ. Σε συνέντευξή του στον «Πολίτη» (27/12/25) χαρακτήρισε πιθανή κατάρρευση του έργου «τη χειρότερη γεωπολιτική ήττα για την Κύπρο μετά τους S-300», προειδοποιώντας για οικονομικές απώλειες άνω των 190 εκατ. ευρώ, υψηλές τιμές ηλεκτρισμού και ρήξη με την Ελλάδα.
Το GSI, σύμφωνα με τον Ν. Παπαδόπουλο, τερματίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και την καθιστά ενεργειακό κόμβο στην ανατολική Μεσόγειο, αποκλείοντας την Τουρκία και τα Κατεχόμενα από ευρωπαϊκά δίκτυα.
Η κριτική Παπαδόπουλου δεν περιορίζεται στο GSI. Ο Παπαδόπουλος κατηγορεί την κυβέρνηση για έλλειψη προδιαβούλευσης σε κρίσιμα ζητήματα, όπως διορισμούς και μεταρρυθμίσεις, και για «διγλωσσία» μεταξύ υπουργών – ο υπουργός Ενέργειας υπερθεματίζει το έργο, ενώ ο υπουργός Οικονομικών εκφράζει αμφιβολίες για τη βιωσιμότητά του.
Εξάλλου, σε επιστολή του νωρίτερα (10/12/25) προς τον Ν. Χριστοδουλίδη ζήτησε συνάντηση με υπουργούς, αλλά έλαβε σιωπή εντείνοντας το κακό κλίμα. Αυτή η στάση σηματοδοτεί μια δύσκολη έξοδο διαφυγής για το ΔΗΚΟ, καθώς το κόμμα υφίσταται πολιτικόκόστος από λάθη της κυβέρνησης, χωρίς να έχει δώσει «λευκή επιταγή» στήριξης.
Παράλληλα, ο ανασχηματισμός του 2025, με την αντικατάσταση του Γιώργου Παπαναστασίου (πρώην υπουργού Ενέργειας) από τον Μιχάλη Δαμιανό (αντιπρόεδρο ΔΗΚΟ), θεωρήθηκε «λύση» αλλά ανεπαρκής, καθώς και ο Δαμιανός ακολουθεί γραμμή Χριστοδουλίδη και όχι του ΔΗΚΟ.
Ο Ν. Παπαδόπουλος βλέπει επιβεβλημένη τη συνεργασία με τον Δημοκρατικό Συναγερμό (ΔΗ.ΣΥ.) στην επόμενη Βουλή, ως «ασπίδα» κατά του λαϊκισμού και των άκρων, επικαλούμενος παρελθοντικές επιτυχίες, όπως η ένταξη στο ευρώ και η έξοδος από το Μνημόνιο. Αυτή η στροφή υποδηλώνει προετοιμασία για plan B, εάν η σχέση με τον Χριστοδουλίδη καταρρεύσει, ενώ φημολογίες για αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση εντείνονται, χωρίς όμως να είναι άμεση – το κόμμα δεν προτίθεται να φύγει πριν από τις εκλογές.
Η σημασία αυτών των εξελίξεων είναι πολυδιάστατη. Πρώτον, απειλείται η κυβερνητική πλειοψηφία, καθώς το ΔΗΚΟ κατέχει κλειδιά υπουργεία και επηρεάζει μεταρρυθμίσεις όπως η φορολογική και η στεγαστική πολιτική. Δεύτερον, εν όψει εκλογών, ένα κακό αποτέλεσμα για το ΔΗΚΟ μπορεί να ενισχύσει εσωτερική αμφισβήτηση κατά του Παπαδόπουλου, όπου υπάρχει ρεύμα υπέρ Χριστοδουλίδη. Τρίτον, η αναταραχή συνδέεται με ευρύτερα ζητήματα, όπως η οικονομική ανάπτυξη και η γεωπολιτική σταθερότητα, με το Κυπριακό να παραμένει άλυτο και την Τουρκία να πιέζει ασφυκτικά.