Η δημιουργία μεικτής Στρατιωτικής Δύναμης Ταχείας Επέμβασης, με ορμητήρια στην Κάρπαθο, στην Κύπρο και στο Ισραήλ και με την πρόβλεψη συμμετοχής 2.500 στελεχών, τρόμαξε την Τουρκία
- Από τον
Δρ. Μάρκο Τρούλη*
Η σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ και η δεδομένη συναντίληψη περί της μείζονος απειλής για την περιφερειακή σταθερότητα και ασφάλεια καθιστούν τη στρατηγική συνεργασία τους βαθύτερη από ποτέ. Η σύμπραξή τους, υπό τη διαρκώς διευρυνόμενη τουρκική απειλή, συνιστά αναμφίλεκτη διέξοδο προς την εμπέδωση ενός μηχανισμού αντιηγεμονικής συσπείρωσης, ο οποίος θα απαντά αποτρεπτικά στις αναθεωρητικές αξιώσεις και στους μικρομεγαλισμούς της Άγκυρας, ενώ τίθεται υπό τη σκέπη των ΗΠΑ, γεγονός που επιτείνει τον τουρκικό προβληματισμό.
Μόνο η είδηση για τη δημιουργία μεικτής Στρατιωτικής Δύναμης Ταχείας Επέμβασης, με ορμητήρια στην Κάρπαθο, στην Κύπρο και στο Ισραήλ και με την πρόβλεψη συμμετοχής 2.500 στελεχών, δύο μοιρών Πολεμικής Αεροπορίας και πολεμικών σκαφών από το ελληνικό και το ισραηλινό ναυτικό, όξυνε τη νευρικότητα και, κατ’ επέκταση, την επιθετικότητα της Τουρκίας, όπως διαφάνηκε από τις προκλητικές παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου.
Η πρόσφατη ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας υπήρξε δηλωτική: «Η πλευρά που αυξάνει την ένταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι η Τουρκία, αλλά μάλλον τα αποκλειστικά και μονομερή βήματα και προσεγγίσεις που στοχεύουν στη δημιουργία τετελεσμένων».
Η δε προφανής αδυναμία της Άγκυρας να παρεισφρήσει μεταξύ Αθήνας και Τελ Αβίβ συνίσταται στα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνοϊσραηλινής εταιρικής σχέσης. Ο κυρίαρχος αντισημιτισμός μεταξύ των τουρκικών πολιτικών ελίτ και η αντίληψη περί ανάγκης ηγεμόνευσης στον μουσουλμανικό κόσμο, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί η ρήξη με το Ισραήλ, καθώς και οι απολύτως αντιθετικές γεωστρατηγικές προσεγγίσεις όσον αφορά το μέλλον της Συρίας καθιστούν τον τουρκοϊσραηλινό ανταγωνισμό ισχύος «μονόδρομο».
Ως Ελληνισμός, αν μπορούμε να εξαγάγουμε ένα δίδαγμα από την πορεία των εξελίξεων, αυτό αφορά την ανάγκη συντεταγμένου στρατηγικού σχεδιασμού. Ο «Θεός της Ελλάδας» φαίνεται ότι ακόμη μία φορά στην Ιστορία δεν μας γυρνά την πλάτη του. Όμως, αν επιθυμούμε την αποκόμιση των μέγιστων δυνατών κερδών και την άρθρωση μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία δεν θα αποτελεί έρμαιο των ευρύτερων διεργασιών, οφείλουμε να εξορθολογήσουμε το σύστημα λήψης αποφάσεων διά της αποστείρωσής του και, άρα, της απομάκρυνσής του από κομματικές αγκυλώσεις και προσηλώσεις.
Η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο πειραματισμών, αλλά οφείλει να εκκινεί από την περιγραφική ανάλυση διά της χρήσης επιστημονικών μεθόδων. Επί παραδείγματι, η πρόβλεψη για την όξυνση του τουρκικού ηγεμονισμού, τη μοιραία αντιπαράθεση της Τουρκίας με το Ισραήλ και τη δυνατότητα σύστασης ενός υπονατοϊκού θυλάκου, με συμβαλλόμενα μέρη την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, έχει διατυπωθεί προ ετών από τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννη Μάζη.
Σε βιβλία, όπως το έργο του 2006 με τίτλο «Γεωπολιτική προσέγγιση για ένα Νέο Εθνικό Αμυντικό Δόγμα», σε επιστημονικά άρθρα, όπως εκείνο του 2010 με τίτλο «Ο Οργανισμός Ισλαμικής Διάσκεψης, η Τουρκία και τα “απαράγραπτα δίκαια” του Ελληνισμού» και του 2012 με τίτλο «Ο γεωστρατηγικός άξονας Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδος», ο Μάζης περιέγραψε εναργώς την προοπτική δημιουργίας ενός θεσμοποιημένου γεωστρατηγικού αντίβαρου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το 2020 ακολούθησε άρθρο του καθηγητή από κοινού με τον γράφοντα στο Israel Journal of Foreign Affairs, υπό τον τίτλο «Israeli – Greek common security concerns: On the deterrence of Turkey’s adventurism». Το άρθρο αυτό, αναδημοσιευμένο στα ελληνικά το 2022, κατέληγε ότι ο αναθεωρητισμός της Άγκυρας είναι αυταπόδεικτος και ότι μία στρατηγική ευθυγράμμιση υπό αντιηγεμονικούς όρους μεταξύ των βασικών δρώντων της περιοχής είναι αναγκαία.
Μάλιστα, το 2021 δημοσιεύθηκε νέα μελέτη των δύο συγγραφέων από το Dado Center με τίτλο «Turkey’s political influence in Libya and the weaponization of the Muslim Brotherhood», στην οποία τονίζονταν τα διλήμματα ασφαλείας που απορρέουν από τον τουρκικό παρεμβατισμό στη Λιβύη. Επιστέγασμα των ανωτέρω παρεμβάσεων αποτέλεσαν πολυάριθμες συνεντεύξεις και διαλέξεις, κατά τις οποίες αναλύθηκε η θέση περί υπονατοϊκού θυλάκου 3+1.
Οι εξελίξεις φαίνεται ότι δικαιώνουν πλήρως τα συμπεράσματα των αναλύσεων αυτών. Η κομβική γεωπολιτική θέση, η ναυτιλία παγκόσμιας εμβέλειας και ο σταθερός δυτικός προσανατολισμός αποτελούν συντελεστές ισχύος της Ελλάδας και της Κύπρου, οι οποίοι λειτουργούν ως αναντίρρητα συγκριτικά πλεονεκτήματα στο πλαίσιο ενός τέτοιου συνεργατικού σχήματος. Ενός μηχανισμού που θα ευθυγραμμίζεται με τις πάγιες γεωπολιτικές επιταγές και θα θέτει την Τουρκία προ των ευθυνών της έναντι της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή.
*Διδάσκων του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς