Παρά τα επικοινωνιακά αφηγήματα περί «κυριαρχίας» και «σταθερότητας», η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ολοένα και πιο αποκομμένη από την κοινωνία. Η τελευταία δημοσκόπηση της Opinion Poll λειτουργεί περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως επιβεβαίωση ισχύος: πρώτο κόμμα μεν, αλλά καθηλωμένο κάτω από το 25%, με εμφανή αδυναμία να διευρύνει την επιρροή του και με μια κοινωνία που δηλώνει, σε κρίσιμα ερωτήματα, ότι δεν εμπιστεύεται πια ούτε πρόσωπα ούτε πολιτικές.
Η φθορά της διακυβέρνησης δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτυπώνεται οριζόντια, σε οικονομία, θεσμούς και καθημερινότητα, και μεταφράζεται σε πολιτική δυσπιστία, ανασφάλεια και αναζήτηση διεξόδου εκτός του υπάρχοντος πλαισίου. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρωτιά της Ν.Δ. μοιάζει περισσότερο με στατιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος παρά με εχέγγυο πολιτικής νομιμοποίησης για το παρόν και το μέλλον.
Αποκαλυπτικά τα στοιχεία της δημοσκόπησης
Το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να κινείται κάτω από το όριο του 25% στην πρόθεση ψήφου, επιβεβαιώνοντας ότι η εκλογική του υπεροχή δεν συνοδεύεται από κοινωνική δυναμική ή αίσθηση πολιτικής κυριαρχίας.
Η Ν.Δ. καταγράφει 24,4% επί των εγκύρων, ποσοστό που μεν την τοποθετεί πρώτη, αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει ένα σταθερό «ταβάνι» αποδοχής. Πίσω της, το ΠΑΣΟΚ παραμένει σε μονοψήφια–χαμηλά διψήφια ποσοστά (10,8%), χωρίς να εμφανίζει δυναμική εναλλακτικής εξουσίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ενίσχυση της Πλεύσης Ελευθερίας (8,5%) και της Ελληνικής Λύσης (8,1%), ενώ το ΚΚΕ σταθεροποιείται στο 6,6%.

Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει μόλις 3,4%, εικόνα που ενισχύει την αίσθηση βαθιάς κρίσης εκπροσώπησης στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων (19,1%) λειτουργεί ως πρόσθετη ένδειξη πολιτικής αποστασιοποίησης και έλλειψης εμπιστοσύνης προς το υπάρχον κομματικό σύστημα.

Τι συμβαίνει με το κόμμα Καρυστιανού
Σε αυτό το περιβάλλον αναδύεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απήχησή της είναι σαφώς οριζόντια, διαπερνώντας σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Σχεδόν τρεις στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν «πολύ» ή «αρκετά» ένα κόμμα υπό την ηγεσία της, ποσοστό αξιοσημείωτο για έναν πολιτικό σχηματισμό που ακόμη δεν έχει ιδρυθεί.
Η δυνητική της επιρροή είναι εντυπωσιακή σε ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, της Ελληνικής Λύσης, της Νίκης και της Πλεύσης Ελευθερίας, ενώ δεν λείπει ούτε η διείσδυση στη βάση της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων εκτιμά πως ένα τέτοιο κόμμα θα επηρεάσει όλους τους πολιτικούς χώρους, στοιχείο που αναδεικνύει τη γενικευμένη αναζήτηση νέων πολιτικών εκφράσεων.
Τι κάνουν Τσίπρας και Σαμαράς
Σε αντίθεση με τη δυναμική που αναζητά η κοινωνία, τα σενάρια επανεμφάνισης παλαιών πολιτικών πρωταγωνιστών δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Η προοπτική ενός κόμματος υπό τον Αλέξη Τσίπρα προκαλεί εμφανή αδιαφορία, με τα ευρήματα να δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών δεν πείθεται από μια πιθανή επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού. Τα χαμηλά ποσοστά δυνητικής αποδοχής παραπέμπουν περισσότερο σε πολιτικό παρελθόν που έχει κλείσει τον κύκλο του, παρά σε πρόταση με προοπτική και αξιοπιστία, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά κρίση εκπροσώπησης στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Αντίθετα, παρότι η αριθμητική δυναμική ενός ενδεχόμενου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά παραμένει περιορισμένη, η στάση των πολιτών δεν έχει τα χαρακτηριστικά της πλήρους απόρριψης. Η παρουσία του εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για ένα τμήμα του εκλογικού σώματος που αναζητά πιο καθαρές πολιτικές θέσεις.
Η εικόνα στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός
Απολύτως ενδεικτική της φθοράς της κυβέρνησης είναι και η εικόνα στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται οριακά με 29%, όμως «κοντράρεται» ευθέως με την επιλογή «Κανένας», η οποία συγκεντρώνει 28,7%. Η σχεδόν ισοπαλία αυτή δεν συνιστά απλώς στατιστικό εύρημα, αλλά πολιτικό καμπανάκι: η κοινωνία εμφανίζεται να αμφισβητεί συνολικά το πολιτικό προσωπικό και ειδικά την κυβερνητική ηγεσία. Οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί κινούνται σε μονοψήφια ποσοστά, επιβεβαιώνοντας το κενό εμπιστοσύνης.
Οι ανησυχίες των πολιτών
Το υπόβαθρο αυτής της αμφισβήτησης είναι βαθιά κοινωνικό και οικονομικό. Η ακρίβεια και ο πληθωρισμός παραμένουν μακράν το κυρίαρχο πρόβλημα για τους πολίτες, ενώ η οικονομία, η ανάπτυξη, η Δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου και η διαφθορά συνθέτουν ένα σκηνικό έντονης ανασφάλειας. Οι προσδοκίες για το μέλλον είναι εξίσου δυσοίωνες: σχεδόν οι μισοί πολίτες εκτιμούν ότι τα οικονομικά τους θα χειροτερέψουν το 2026, στοιχείο που ενισχύει τη διάχυτη κοινωνική απαισιοδοξία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και τα γεωπολιτικά ζητήματα. Οι διεθνείς αναταράξεις ανησυχούν τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, οι οποίοι θεωρούν ότι απαιτούνται πολιτική σταθερότητα και ισχυρή ηγεσία.
Παράλληλα, το αγροτικό ζήτημα λειτουργεί ως ακόμη μία εστία δυσαρέσκειας, καθώς η πλειονότητα εκτιμά ότι η κυβέρνηση δεν ικανοποίησε ουσιαστικά τα αιτήματα των αγροτών.

Συνολικά, η δημοσκόπηση αποτυπώνει μια κοινωνία κουρασμένη, επιφυλακτική και βαθιά προβληματισμένη. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να διατηρεί την πρώτη θέση, αλλά χωρίς κοινωνικό ρεύμα και με εμφανή φθορά. Η αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής, η σχεδόν ισότιμη παρουσία του «Κανένα» απέναντι στον πρωθυπουργό και η ανάδυση νέων προσώπων με οριζόντια απήχηση συνθέτουν ένα σκηνικό πολιτικής αβεβαιότητας, στο οποίο τίποτα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο.