Το θέατρο του παραλόγου συνεχίστηκε και αυτό το Σαββατοκύριακο από τις συχνότητες της κρατικής τηλεόρασης, με τον Κωστή Χατζηδάκη να υποδύεται τον ρόλο του διαχειριστή μιας χώρας που βυθίζεται στην ακρίβεια. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ξεκαθάρισε πως οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, προφανώς για να εξαντληθεί κάθε περιθώριο εξαθλίωσης της μεσαίας τάξης πριν την ετυμηγορία της κάλπης, ενώ δεν παρέλειψε να παραδώσει μαθήματα «πολιτικού πολιτισμού» στην αντιπολίτευση, καλώντας την να μείνει μακριά από την… τοξικότητα.
Η κυβέρνηση που αρνείται πεισματικά να μειώσει τον ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα, εμπαίζει για ακόμα μια φορά τα τρία τέταρτα της κοινωνίας, υποσχόμενη ανακυκλωμένα «pass» και στοχευμένα μέτρα-ψίχουλα. Ο κ. Χατζηδάκης, με μια κυνική παραδοχή, ομολόγησε πως η Ελλάδα «κρίνεται από τις αγορές», επιβεβαιώνοντας πως προτεραιότητα του Μαξίμου δεν είναι η επιβίωση του μέσου νοικοκυριού, αλλά η ικανοποίηση των ξένων επενδυτών και των δημοσιονομικών δεικτών. Η δικαιολογία ότι η μείωση του ΦΠΑ «δεν φτάνει στον καταναλωτή» αποτελεί το απόλυτο ανέκδοτο μιας εξουσίας που αφήνει την αισχροκέρδεια να οργιάζει, ενώ την ίδια στιγμή βαφτίζει «φιλολαϊκισμό» κάθε απαίτηση για πραγματική ανακούφιση.
Το «νοικοκυριό» για το οποίο επαίρεται ο αντιπρόεδρος είναι αυτό που έχει αδειάσει τις τσέπες των Ελλήνων, με τον ίδιο να ισχυρίζεται προκλητικά ότι τα μέτρα της Νέας Δημοκρατίας «πάνε στο παντελόνι του καταναλωτή», την ώρα που η βενζίνη καλπάζει προς τα 2 ευρώ και 11 λεπτά. Μέσα σε ένα σκηνικό σήψης, με παραιτήσεις υφυπουργών, ευρωπαϊκές δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και άρσεις ασυλίας κυβερνητικών βουλευτών, η απάντηση του κ. Χατζηδάκη είναι η «ευελιξία» και η αποφυγή του «λαϊκισμού». Είναι φανερό πως για την κυβέρνηση, λαϊκισμός είναι η ανάγκη του κόσμου να ζήσει με αξιοπρέπεια, ενώ «σοβαρότητα» είναι η συνέχιση της ίδιας αποτυχημένης συνταγής που μετατρέπει την Ελλάδα σε μια χώρα-επαίτη των επιδομάτων και των προσωρινών παροχών.