Το νέο σχέδιο νόμου του υπ. Περιβάλλοντος δήθεν για τον εκσυγχρονισμό των ανανεώσιμων πηγών και τη «βιώσιμη ανάπτυξη» κατατέθηκε στη Βουλή με διαβούλευση-εξπρές 15 ημερών εν μέσω Πάσχα
Γράφει ο Δρ. Βασίλης Λύκος*
Με αφορμή τη δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση του σχεδίου νόμου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του» η κυβέρνηση το παρουσίασε ως μια αναγκαία μεταρρύθμιση για την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης.
Πίσω όμως από τους βαρύγδουπους τίτλους περί «εκσυγχρονισμού» και «βιώσιμης ανάπτυξης», κρύβεται ένα νομοθετικό πακέτο που προκαλεί βαθύ προβληματισμό για το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου, της δασικής γης και των προστατευόμενων περιοχών.
Το νομοσχέδιο, που ήδη κατατέθηκε στη Βουλή, διατηρεί τις πιο αμφιλεγόμενες διατάξεις, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις επιστημονικών φορέων, περιβαλλοντικών οργανώσεων και νομικών. Η ουσία είναι μία: ανοίγει ο δρόμος για έργα ΑΠΕ χωρίς την αυστηρή περιβαλλοντική προστασία που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αυτονόητη, για κατάργηση αναδασώσεων σε καμένες εκτάσεις και για οικιστικές επεκτάσεις ακόμη και μέσα σε περιοχές Natura. Πρόκειται για μια συνολική ανατροπή της ισορροπίας ανάμεσα στην ανάπτυξη και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Στην καρδιά του νομοσχεδίου βρίσκεται η πρόβλεψη για τις λεγόμενες «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ». Σε αυτές τις ζώνες, έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορούν να προχωρούν με ταχύρρυθμες διαδικασίες, με ειδικά κίνητρα αδειοδότησης και με σαφή αποδυνάμωση του κλασικού συστήματος περιβαλλοντικού ελέγχου. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα θα μπορούν να εγκαθίστανται χωρίς την πλήρη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης που απαιτούσε μέχρι σήμερα μελέτες επιπτώσεων, οικολογικές αξιολογήσεις και γνωμοδοτήσεις υπηρεσιών. Η πράσινη μετάβαση όμως δεν μπορεί να γίνει συνώνυμο της κατάργησης των δικλίδων ασφαλείας.
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η διάταξη που αφορά τις καμένες εκτάσεις. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι σε τμήματα δασών ή δασικών εκτάσεων που κάηκαν, αλλά πριν από την πυρκαγιά είχε ήδη δοθεί άδεια επέμβασης για έργο -όπως αιολικά πάρκα, ενεργειακά δίκτυα ή άλλες εγκαταστάσεις- η αναδάσωση μπορεί να ανακαλείται. Με απλά λόγια, ενώ μέχρι σήμερα η Πολιτεία όφειλε να αποκαταστήσει το δάσος, πλέον δημιουργείται δυνατότητα εξαίρεσης.
Η διάταξη αυτή προκαλεί εύλογα την ανησυχία ότι τα καμένα δάση δεν θα επιστρέψουν ποτέ στη φυσική τους μορφή, αλλά θα μετατραπούν οριστικά σε χώρους εγκατάστασης ενεργειακών έργων. Για τις τοπικές κοινωνίες της περιφέρειας αυτό ισοδυναμεί με απώλεια γης, φυσικού πλούτου και παραγωγικού χώρου.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, το νομοσχέδιο ανοίγει για πρώτη φορά τόσο καθαρά τον δρόμο για πολεοδόμηση και οικιστικές επεκτάσεις μέσα σε περιοχές Natura 2000. Με τη νέα ρύθμιση μπορούν να καθορίζονται νέες περιοχές προς πολεοδόμηση μέσω Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων μέσα σε ζώνες «βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων». Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για περιορισμένες επεκτάσεις, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Ομως περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολεοδόμοι προειδοποιούν ότι η ρύθμιση λειτουργεί ως θεσμικό παράθυρο για εντατικοποίηση της δόμησης σε προστατευόμενες περιοχές.
Το ζήτημα εδώ δεν είναι απλώς νομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και αναπτυξιακό. Από τη Θράκη και τη Δυτική Μακεδονία μέχρι την Εύβοια, την Ηπειρο και τα νησιά του Αιγαίου, οι τοπικές κοινωνίες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που αποφασίζεται ερήμην τους. Βουνά, βοσκότοποι, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και φυσικά τοπία μετατρέπονται σε πεδία εγκατάστασης αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, με ρυθμούς που δεν αφήνουν χώρο ούτε για ουσιαστικό διάλογο ούτε για πραγματική κοινωνική συναίνεση.
Η ελληνική περιφέρεια ήδη δοκιμάζεται από εγκατάλειψη, δημογραφική συρρίκνωση και παραγωγική αποδυνάμωση. Οταν μεγάλες εκτάσεις δεσμεύονται για βιομηχανικά ενεργειακά έργα, όταν καμένες περιοχές δεν αναδασώνονται και όταν ακόμη και οι προστατευόμενες ζώνες ανοίγουν στη δόμηση, το μήνυμα προς τους κατοίκους είναι σαφές: ο τόπος τους αποφασίζεται αλλού. Χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, η πράσινη ανάπτυξη μετατρέπεται σε μηχανισμό υφαρπαγής γης.
Η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Ομως δεν μπορεί να χτίζεται πάνω στην αποψίλωση των θεσμικών εγγυήσεων, στην υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και στην περιθωριοποίηση της υπαίθρου. Μια χώρα δεν σώζει το κλίμα καταστρέφοντας τον ίδιο τον τόπο της.
Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, ο λογαριασμός δεν θα είναι μόνο περιβαλλοντικός. Θα είναι εθνικός: άδεια χωριά, δεσμευμένη γη, σιωπηλή περιφέρεια. Και τότε η «πράσινη μετάβαση» θα έχει μετατραπεί σε νομοθετημένη ερήμωση.
*Διδάκτωρ Ολοκληρωμένης Περιβαλλοντικής Διαχείρισης Παν/μίου Κρήτης
Ανεξάρτητος Περιφερειακός Σύμβουλος Στ. Ελλάδας