Η νέα έκθεση-φωτιά ζητά από τον Στουρνάρα μεγαλύτερη διαφάνεια και ενίσχυση της εποπτείας των εταιριών που διαχειρίζονται τα «κόκκινα» δάνεια
Μεγαλύτερη διαφάνεια και ενίσχυση της εποπτείας των εταιριών που διαχειρίζονται τα «κόκκινα» δάνεια ζητά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) από την Τράπεζα της Ελλάδος, στη νέα έκθεσή του στο πλαίσιο του άρθρου ΙV που έδωσε στη δημοσιότητα.
Το ΔΝΤ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στους λεγόμενους servicers, δηλαδή στις εταιρίες που διαχειρίζονται σήμερα τα «κόκκινα» δάνεια που πέρασαν από τις τράπεζες στα funds. Πρόκειται για τις εταιρίες που αναλαμβάνουν τις ρυθμίσεις οφειλών, τις επικοινωνίες με τους δανειολήπτες, αλλά και διαδικασίες όπως οι πλειστηριασμοί και οι κατασχέσεις. Μετά τις μαζικές τιτλοποιήσεις δανείων των τελευταίων ετών, οι servicers έχουν αποκτήσει τεράστιο ρόλο στην ελληνική οικονομία, καθώς διαχειρίζονται πλέον δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Το ΔΝΤ θεωρεί ότι αυτός ο τομέας έχει διογκωθεί τόσο πολύ, που απαιτούνται πλέον αυστηρότερη εποπτεία και περισσότερη διαφάνεια. Με απλά λόγια, ζητά να υπάρχει πιο καθαρή εικόνα για το πώς λειτουργούν αυτές οι εταιρίες, πόσα δάνεια ρυθμίζονται πραγματικά, πόσοι δανειολήπτες καταφέρνουν να παραμείνουν συνεπείς έπειτα από μια ρύθμιση και πόσες υποθέσεις τελικά οδηγούνται σε πλειστηριασμό ή άλλες αναγκαστικές διαδικασίες.
Παράλληλα, το Ταμείο επισημαίνει ότι οι εποπτικές Αρχές θα πρέπει να ελέγχουν πιο στενά αν οι servicers εφαρμόζουν σωστά τους κανόνες, αν λειτουργούν με επαρκείς διαδικασίες και αν τηρούνται οι προβλέψεις προστασίας για τους δανειολήπτες. Ουσιαστικά, το ΔΝΤ αντιμετωπίζει πλέον τους servicers όχι ως απλές εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων, αλλά ως κρίσιμο κομμάτι του χρηματοπιστωτικού συστήματος που μπορεί να επηρεάσει συνολικά την οικονομική σταθερότητα. Η ανησυχία του ΔΝΤ συνδέεται και με το γεγονός ότι, παρότι τα «κόκκινα» δάνεια έφυγαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών, το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε από την οικονομία. Αντίθετα, μεταφέρθηκε στους servicers και στα funds.
Καμπανάκια
Στην ίδια έκθεση το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι υψηλές τιμές ενέργειας και οι χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας περιορίζουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2026 από 2,1% το 2025, ενώ το 2027 θα υποχωρήσει περαιτέρω, στο 1,7%, καθώς οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση θα επιβαρύνουν την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό.
Το Ταμείο εμφανίζεται ακόμα πιο απαισιόδοξο για τη μεσοπρόθεσμη πορεία της οικονομίας, προβλέποντας ότι η ανάπτυξη θα «κολλήσει» γύρω στο 1,5%. Οπως επισημαίνει, το δημογραφικό πρόβλημα, η μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, η χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας και η υποτονική παραγωγικότητα συνεχίζουν να βαραίνουν τις προοπτικές της χώρας.
Παράλληλα, το ΔΝΤ βλέπει νέα άνοδο του πληθωρισμού, εκτιμώντας ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,5% το 2026, δηλαδή σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα σε σχέση με τις προβλέψεις πριν από τον πόλεμο. Μάλιστα, προβλέπει ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 ο πληθωρισμός μπορεί να πλησιάσει ακόμη και το 5% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της ανόδου στις τιμές της ενέργειας.
Το ΔΝΤ θεωρεί κρίσιμο να διατηρηθούν πρωτογενή πλεονάσματα κοντά στο 2,5% του ΑΕΠ και να συνεχιστεί η πλήρης αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων ώστε να παραμείνει ισχυρή η δημόσια επενδυτική δαπάνη και μετά το τέλος του NGEU. Ταυτόχρονα όμως στέλνει σαφές μήνυμα ότι τα μέτρα στήριξης για την ενέργεια πρέπει να είναι «στοχευμένα και προσωρινά».