O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, με τον Μαυροβούνιο πρόεδρο Γιάκοβ Μιλάτοβιτς
Μπορεί ένας ανώτατος πολιτειακός άρχων να εμφανίζεται σε μια κρίσιμη διεθνή σύνοδο ως απλός παρατηρητής της Ιστορίας, την ώρα που τα εθνικά συμφέροντα της χώρας του δοκιμάζονται καθημερινά; Η παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Τίβατ του Μαυροβουνίου, στη Σύνοδο Κορυφής Ε.Ε. – Δυτικών Βαλκανίων, κάτι τέτοιο έδειξε.
Κατά την άφιξή του ο Κωνσταντίνος Τασούλας εξέφρασε τυπικά τη θέση της Ελλάδας, με την ακόλουθη δήλωση: «Ξεκινούν οι εργασίες της Συνόδου Κορυφής Ευρωπαϊκής Ενωσης – Δυτικών Βαλκανίων με θέμα την προοπτική της ένταξης των δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Οπως είναι γνωστό η Ελλάδα, εδώ και δεκαετίες, από το 2003, υποστηρίζει σθεναρά την ευρωπαϊκή προοπτική των δυτικών Βαλκανίων. Είναι θέμα και εθνικού ενδιαφέροντος. Η Ελλάδα θέλει να έχει στα βόρεια σύνορά της ενωσιακό θεσμικό περιβάλλον κι έτσι και σήμερα θα έχω την ευκαιρία να εκφράσω αυτήν την υποστήριξη, η οποία ήδη από τον Ιούνιο του 2003 εκφράστηκε με τη Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης, όπου και ξεκίνησε η πορεία των χωρών των δυτικών Βαλκανίων για την Ευρώπη».
Ομως αυτή η γενική, τυποποιημένη προσέγγιση απογοητεύει όσους πίστευαν ότι ο Κωνσταντίνος Τασούλας θα έθετε το ζήτημα της προάσπισης των εθνικών μας συμφερόντων. Κανείς δεν περιμένει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διαπραγματευτεί ή να θέσει προαπαιτούμενα.
Δεν είναι αυτή η συνταγματική του αρμοδιότητα. Ακριβώς όμως επειδή το αξίωμα στέκει υπεράνω της κομματικής αντιπαράθεσης, ο λόγος του φέρει συμβολικό βάρος που καμία υπουργική δήλωση δεν φτάνει. Μία φράση για την κυριαρχία, την προστασία των μειονοτήτων και τον σεβασμό των υπογεγραμμένων συμφωνιών, χωρίς καμία διαπραγμάτευση, θα ηχούσε ως πάγια εθνική θέση, όχι ως στιγμιαία κυβερνητική γραμμή. Αυτό το βάρος ο Κωνσταντίνος Τασούλας το άφησε αναξιοποίητο.
Την ίδια ώρα που η Αθήνα προσφέρει απλόχερα τη στήριξή της, η Αλβανία του Εντι Ράμα προκαλεί συστηματικά, συντηρώντας ένα κλίμα καταπάτησης των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας. Η στάση αυτή δεν μπορεί να μένει ασχολίαστη σε ευρωπαϊκά φόρουμ, ειδικά από τα πιο επίσημα χείλη της ελληνικής Πολιτείας. Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο προβληματική προς τα Σκόπια, όπου οι απροκάλυπτες παραβιάσεις ακόμα και αυτής της κατάπτυστης Συμφωνίας των Πρεσπών από τη νέα ηγεσία αποτελούν ανοιχτή πληγή.
Εδώ γεννιέται το πιο ενοχλητικό ερώτημα, αυτό που ούτε ο Πρόεδρος ούτε η επίσημη ελληνική γραμμή τολμούν να αγγίξουν. Από τη Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης και έπειτα η ευρωπαϊκή προοπτική των δυτικών Βαλκανίων αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο εθνικό συμφέρον, ένα δόγμα που δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Κι όμως, η ενταξιακή πορεία είναι το μόνο ουσιαστικό χαρτί πίεσης που διαθέτει η Αθήνα. Από τη στιγμή που οι γείτονες περάσουν το κατώφλι των Βρυξελλών, το χαρτί αυτό καίγεται και η πρόκληση επιβραβεύεται αντί να διορθώνεται.