Ενας Ελληνοαμερικανός πρώην ομοσπονδιακός δικαστής μετανάστευσης στρέφεται κατά του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης και του υπηρεσιακού υπουργού Τοντ Μπλανς, υποστηρίζοντας ότι απομακρύνθηκε από το σώμα, μεταξύ άλλων, και λόγω της ελληνικής του καταγωγής. Ο δρ Τζορτζ Πάππας έχει καταθέσει σχετική αγωγή στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης.
- Συνέντευξη στον Μιχάλη Κοσμίδη
«Η βασική νομική μας θέση είναι ότι οι απολύσεις μας ήταν παράνομες. Παραβιάζουν τη νομοθεσία περί δημοσίων υπαλλήλων του 1978» είπε ο Πάππας στη στην «κυριακάτικη δημοκρατία».
«Θεωρούμε ότι απολυθήκαμε λόγω της υποτιθέμενης πολιτικής μας τοποθέτησης, αλλά και λόγω της εθνικής μας καταγωγής και της ηλικίας μας. Οταν προσλήφθηκα, είχα δηλώσει απολύτως ειλικρινά ότι είμαι και Ελληνας πολίτης. Εδειξα το ελληνικό μου διαβατήριο και ρώτησα: “Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό;”. Μου απάντησαν: “Θα σκεφτόσασταν να παραιτηθείτε από την ελληνική υπηκοότητά σας;”. Εγώ είπα: “Οχι. Την απέκτησα εκ γενετής μέσω των γονιών μου και δεν πρόκειται να την εγκαταλείψω“. Τότε δεν δέχτηκα καμία πίεση. Ομως, στη δεύτερη κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πολλοί από όσους είχαν διπλή υπηκοότητα δεν είναι πλέον δικαστές. Εγώ είμαι ένας από αυτούς. Πολλοί συνάδελφοι με ξενικά ονόματα επίσης απομακρύνθηκαν. Οι Λατίνοι έφυγαν. Οι Ασιάτες έφυγαν. Οι μουσουλμάνοι έφυγαν. Εγώ είμαι Ελληνας και το επίθετό μου προφανώς δεν είναι αγγλοσαξονικό. Ημουν επίσης ο μεγαλύτερος σε ηλικία της ομάδας. Ημουν 67 ετών όταν απολύθηκα. Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλοι όσοι ήταν άνω των 40 απομακρύνθηκαν».
Ο Πάππας λέει πως πολλοί δικαστές ήταν προετοιμασμένοι για σαρωτικές αλλαγές, έχοντας ήδη την εμπειρία από την πρώτη θητεία Τραμπ. Κανείς, όμως, δεν φανταζόταν αυτό που επακολούθησε. «Από την πρώτη κιόλας ημέρα της ορκωμοσίας του, μέσα σε λίγες ώρες, απέλυσε ολόκληρη την ηγεσία της υπηρεσίας μας στη Βιρτζίνια. Περιμέναμε ότι θα αντικαθίσταντο. Δεν περιμέναμε, όμως, ότι θα απολύονταν όλοι. Απολύθηκε ο επικεφαλής δικαστής. Απολύθηκε ο διευθυντής. Απολύθηκε ο γενικός νομικός σύμβουλος. Δύο εβδομάδες αργότερα άρχισαν οι μαζικές απολύσεις δικαστών» λέει. Οι ομοσπονδιακοί δικαστές μετανάστευσης αποτελούν μια ειδική κατηγορία στο σώμα, που υπάγεται στην εκτελεστική και όχι στη δικαστική εξουσία.

«Προϊστάμενός μας είναι ο υπουργός Δικαιοσύνης (ο γενικός εισαγγελέας κατά το αμερικανικό σύστημα), ο οποίος υπηρετεί τον πρόεδρο. Επομένως, μπορούν να μας ασκήσουν πιέσεις και μπορούν να μας απολύσουν. Είμαστε πολύ πιο ευάλωτοι από έναν ομοσπονδιακό δικαστή του κανονικού δικαστικού σώματος» λέει ο Πάππας, συμπληρώνοντας πως πάνω από 100 δικαστές έχουν ήδη απολυθεί ως τώρα στις ΗΠΑ. «Το ηθικό των δικαστών σε ολόκληρη τη χώρα κατέρρευσε. Δικαστές με 20 και 30 χρόνια υπηρεσίας παραιτούνταν. Χανόταν τεράστια εμπειρία. Πολλοί επέλεξαν την πρόωρη συνταξιοδότηση. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία έφερε μια πρωτοφανή πολιτικοποίηση των δικαστηρίων μετανάστευσης» λέει ο Πάππας.
«Τον Μάιο του 2025 η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE) άρχισε να μπαίνει στα δικαστήρια μετανάστευσης σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες και να συλλαμβάνει ανθρώπους που προσέρχονταν στις ακροάσεις τους. Τους περνούσαν χειροπέδες και τους οδηγούσαν απευθείας σε κέντρα κράτησης. Ως δικαστής, απευθύνθηκα στους προϊσταμένους μου και τους είπα: “Για πρώτη φορά βλέπουμε τους δικηγόρους της κυβέρνησης να ζητούν την απόρριψη των υποθέσεων. Κανονικά αυτό είναι κάτι θετικό, γιατί σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν επιδιώκει πλέον την απέλαση του μετανάστη. Ομως τώρα, αν εγκρίνω το αίτημα απόρριψης, ο άνθρωπος αυτός, μόλις βγει από την αίθουσα, θα συλληφθεί και θα τεθεί υπό κράτηση”.
Ο ανώτερός μου μού απάντησε: “Αν συμβαίνει αυτό, κύριε Πάππας, θα πρέπει να εγκρίνετε το αίτημα της κυβέρνησης”. Του είπα: “Κύριε πρόεδρε, οφείλουμε να δώσουμε στην άλλη πλευρά, δηλαδή στον μετανάστη, δέκα ημέρες για να απαντήσει στην αίτηση”. Και μου απάντησε: «Απλώς εγκρίνετέ τη».Του είπα: «Δηλαδή, θέλετε απλώς να βάλω την υπογραφή μου χωρίς καμία εξέταση;”. Και μου είπε: «Εφόσον η αίτηση δεν παρουσιάζει κάποιο τυπικό ελάττωμα, εγκρίνετέ τη”. Με άλλα λόγια, δεχόμουν πίεση να εγκρίνω την απόρριψη της υπόθεσης, ώστε να διευκολύνεται η σύλληψη του ανθρώπου» λέει ο Πάππας. Τελικά η απόλυσή του έφτασε με ένα e-mail.
Για τον Πάππας οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε μια συνολική επίθεση κατά της πολιτικής διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης, γνωστής ως DEI. Η DEI, λέει ο Πάππας, ήταν από τους πρώτους στόχους της κυβέρνησης Τραμπ. Πίσω από αυτό υπάρχει μια βαθύτερη ιδεολογική βάση, τονίζει. «Η ιδεολογία αυτή εκφράζεται από τον αντιπρόεδρο Βανς, τον Στίβεν Μίλερ και άλλα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ. Η λογική τους είναι η εξής: Ενας “πραγματικός Αμερικανός” είναι εκείνος που έχει βαθιές ρίζες στη χώρα, οικογενειακή καταγωγή που φτάνει πίσω, μέχρι και την εποχή του αμερικανικού Εμφυλίου. Κατά την αντίληψή τους, μόνο αυτές οι γενεαλογικές γραμμές αποτελούν τον αυθεντικό αμερικανικό πολιτισμό.

Αν είσαι ένας νέος Αμερικανός πολίτης που πολιτογραφήθηκε πριν από πέντε ή δέκα χρόνια, τότε μέσα σε αυτή την ιεραρχία προνομίων και εξουσίας δεν θεωρείσαι πραγματικός Αμερικανός. Αρα, μόνο οι “πραγματικοί Αμερικανοί” έχουν, κατά τη δική τους ιδεολογία, το δικαίωμα να αποφασίζουν τι είναι σωστό για τις Ηνωμένες Πολιτείες». Κατά τον Πάππας, πρόκειται για εφαρμογή του Project 2025, ένα σχέδιο διακυβέρνησης που κυκλοφόρησε τo 2024 από την συντηρητική δεξαμενή σκέψης Heritage Foundation.
«Η επίθεση κατά της Δικαιοσύνης αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της αυταρχικής μετάλλαξης. Και όλα αυτά συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας. Ομως, πολλοί Αμερικανοί δεν αντιλαμβάνονται ακόμη το συνολικό σχέδιο, ακριβώς επειδή εφαρμόζεται σταδιακά» λέει. Τι σημαίνουν, όμως, όλες αυτές οι εξελίξεις για τον υπόλοιπο κόσμο και την Ελλάδα; «Η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι αμερικανική κρίση» λέει ο Πάππας. Αυτά που κάνει ο Τραμπ επηρεάζουν ολόκληρο τον κόσμο. Σημειώνει πως το ΝΑΤΟ βρίσκεται ήδη υπό τεράστια πίεση και οι σύμμαχοι δεν είναι πλέον βέβαιοι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τους προστατεύσουν.
Οσον αφορά ειδικά την Ελλάδα, υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο, λέει. «Ποια είναι σήμερα η Αμερικανίδα πρέσβης στην Ελλάδα; Δεν θα αναφέρω καν το όνομά της, αλλά ανήκει στον στενό κύκλο της οικογένειας Τραμπ. Δεν τοποθετήθηκε εκεί λόγω των διπλωματικών της ικανοτήτων. Βρίσκεται εκεί για να διευκολύνει οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συμφωνίες που μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται ωφέλιμες για την Ελλάδα. Ομως, μπορώ να σας πω ότι πίσω από αυτές υπάρχουν πολύ περισσότερα από απλές στρατιωτικές συνεργασίες». «Αν ήμουν Ελληνας», λέει ο Πάππας, «θα ανησυχούσα ιδιαίτερα για το κατά πόσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιτρέψει στην αμερικανική εξωτερική πολιτική να καθορίζει τις αποφάσεις σχετικά με τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα. Με ανησυχεί, επίσης, ο επιθετικός τρόπος με τον οποίο οι Αμερικανοί επεκτείνουν την παρουσία τους στην Ελλάδα».
«Κοιτάξτε τι συμβαίνει στην Αλβανία» λέει, αναφερόμενος στην προσπάθεια του γαμπρού του Αμερικανού προέδρου Τζάρεντ Κούσνερ και της Ιβάνκα Τραμπ να αγοράσουν ένα νησί στη χώρα, βρίσκοντας απέναντί τους συνεχείς διαδηλώσεις με σύνθημα «Η χώρα μας δεν πωλείται». «Η Ελλάδα πρέπει να κρατήσει αυτό το μήνυμα στο μυαλό της: Η Ελλάδα δεν είναι προς πώληση» λέει ο Πάππας, συμπληρώνοντας πως δυστυχώς αυτή τη στιγμή η χώρα μας πωλείται και αγοράζεται. «Ρέει πολύ χρήμα προς κατευθύνσεις που προσωπικά θα με ανησυχούσαν» καταλήγει ο Ελληνοαμερικανός πρώην ομοσπονδιακός δικαστής στη συνέντευξή του στη «κυριακάτικη δημοκρατία».

Η ζωή και το έργο του
Ο Τζορτζ Πάππας (Γιώργος Παππάς) γεννήθηκε στη Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας το 1957. Ο πατέρας του μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1955 έχοντας υπηρετήσει στον Στρατό κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Μη αντέχοντας τις φυλετικές διακρίσεις εκείνης της εποχής στις ΗΠΑ, μετέβησαν στη Νέα Υόρκη απ’ όπου, έπειτα από έναν χρόνο, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αθήνα με το «SS Βασίλισσα Φρειδερίκη», το πλοίο που τότε χρησιμοποιούσαν οι Ελληνοαμερικανοί για τα ταξίδια ανάμεσα στις δύο χώρες. Επειτα από ενάμιση χρόνο επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη, όπου ο Τζορτζ πήγε σχολείο και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Αστόρια, μαζί με τη μεγάλη ελληνική κοινότητα.
Το 1975 πήγε στο Λονδίνο, όπου ολοκλήρωσε τα A-Levels, και στη συνέχεια φοίτησε στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, σπουδάζοντας Οικονομικά στο London School of Economics. Αποφοίτησε από το LSE το 1982 και επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου εργάστηκε ως τραπεζικός, μια δουλειά που τη θεωρεί τη «χειρότερη δουλειά» που είχε ποτέ. Πολύ γρήγορα στράφηκε στο διεθνές εμπόριο εισαγωγών – εξαγωγών, στον κλάδο του χαρτοπολτού και του χαρτιού, όπου εργάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια, εκπροσωπώντας χαρτοβιομηχανίες στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ασία και προμηθεύοντας χαρτί σε τυπογραφεία βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων. Στα μέσα αυτής της επαγγελματικής πορείας αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για πολιτικό αξίωμα στο Νιου Τζέρσεϊ και την ίδια περίοδο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να σπουδάσει Νομική.
Μέσα σε περίπου τέσσερα χρόνια απέκτησε το πρώτο του πτυχίο Νομικής από το πανεπιστήμιο του Λονδίνου και στη συνέχεια ένα δεύτερο, από το Widener University του Ντέλαγουερ. Συμμετείχε στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου στη Βόρεια Καρολίνα και το 2003 έγινε δικηγόρος, αφιερωμένος αποκλειστικά στο μεταναστευτικό δίκαιο, από το 2006. Το 2014 αναγνωρίστηκε η διδακτορική του διατριβή στη Νομική Σχολή του Birkbeck College του Λονδίνο. Η έρευνά του επικεντρώθηκε στην αποστέρηση των εδαφών και των δικαιωμάτων των ιθαγενών Αμερικανών, καταδεικνύοντας πώς η λογοτεχνία μετατράπηκε σε δίκαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, διαμορφώνοντας τη δεσπόζουσα νομική θεωρία της χώρας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
Το 2023, ύστερα από είκοσι χρόνια άσκησης της μεταναστευτικής δικηγορίας, διορίστηκε ομοσπονδιακός δικαστής μετανάστευσης και υπηρέτησε αρχικά στο Δικαστήριο Μετανάστευσης της Βοστόνης και αργότερα στο Δικαστήριο Μετανάστευσης του Τσέλμσφορντ, στη Μασαχουσέτη. Παρέμεινε στη θέση αυτή για δύο χρόνια, μέχρι που επανεξελέγη στην προεδρία των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ το 2025, αλλάζοντας το τοπίο εκ βάθρων. Μετά την απομάκρυνσή του από το σώμα, ο Πάππας επέστρεψε στη δικηγορία, εκπροσωπώντας πελάτες σε θέματα μετανάστευσης. Παράλληλα συμμετέχει σε εκστρατεία ενημέρωσης των Αμερικανών για όσα συμβαίνουν στη μεταναστευτική δικαιοσύνη με ομιλίες, εκδηλώσεις και συνεντεύξεις στα αμερικανικά ΜΜΕ.