Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) και Βασιλικό Ναυτικό (Royal Navy), παρότι έχουν διαφορετικό στρατηγικό και επιχειρησιακό προσανατολισμό, κινούνται σε τροχιά μετασχηματισμού.
- Από τον Περικλή Ζορζοβίλη
Κοινό και κύριο χαρακτηριστικό του μετασχηματισμού των ναυτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Βρετανία είναι η προσπάθεια σημαντικής μείωσης του κόστους προμήθειας και λειτουργίας σε σχέση με τη συμβατική δομή, που βασίζεται σε επανδρωμένες πλατφόρμες. Αυτές πλέον έχουν εξελιχθεί σε πολλαπλούς ρόλους και παρά την αριθμητική μείωση λόγω αυτοματισμού των απαιτήσεων στελέχωσης, απαιτούν υψηλού επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων προσωπικό.
Για το Πολεμικό Ναυτικό έχει ανακοινωθεί η μετάβασή του σε «υβριδικό Ναυτικό». Στη χώρα μας, η ανασυγκρότηση της ΑΣΔΕΝ (Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού Νήσων) σε ΑΣΔΑΑΜ (Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Αιγαίου Ανατολικής Μεσογείου), ως μείζονος διοίκησης διακλαδικών επιχειρήσεων, και οι κατά καιρούς αποσπασματικές δηλώσεις του υπουργού Εθνικής Αμυνας περί «απελευθέρωσης» των σύγχρονων μειζόνων μονάδων του ΠΝ από την άμυνα του Αιγαίου δείχνουν προς διαφορετική κατεύθυνση. Πλέον ο βαρύνων ρόλος στην άμυνα του Αρχιπελάγους αποδίδεται σε «διακλαδική δομή πυραυλικής αποτροπής», και διαφαίνεται η υποκατάσταση των υψηλής στρατηγικής και τακτικής κινητικότητας και ευελιξίας ναυτικών δυνάμεων (Στόλος) από δυνάμεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αγκυρωμένες σε σταθερές θέσεις!
Στη χώρα μας η προμήθεια των τεσσάρων φρεγατών τύπου FDI-HN με κόστος περί το 1 δισ. ευρώ ανά μονάδα, σε συνδυασμό με την έλλειψη πλοίων στη δευτερογενή αγορά που τη δεκαετία του 2000 επέτρεψε οροφή 14 φρεγατών (4 MEKO-200HN και 10 τύπου Standard), είχε καταλυτική επίδραση. Ο σχεδιασμός για τέσσερις ομάδες μάχης επιφανείας ώστε το ΠΝ να μπορεί να ανταποκριθεί στο επιχειρησιακό έργο του στην ανατολική Μεσόγειο αποδείχθηκε ανέφικτος, ενώ επίσημα η οροφή των μειζόνων μονάδων επιφανείας μειώθηκε στις 12: τέσσερις FDI-HN, τέσσερις μερικώς αναβαθμισμένες MEKO-200HN (εφόσον το πρόγραμμα ολοκληρωθεί ομαλά), δύο Bergamini από τα αποθέματα του ναυτικού της Ιταλίας, που, όταν παραληφθούν, θα βρίσκονται στον μέσον του σχεδιαστικού βίου τους και θα απαιτείται εκσυγχρονισμός μέσης ζωής (ΕΜΖ), και ίσως δύο επιπλέον Bergamini, που επίσης θα απαιτούν ΕΜΖ.
Ανάλογο πρόβλημα αντιμετωπίζει και το Βασιλικό Ναυτικό, καθώς από περίπου 50 αντιτορπιλικά και φρεγάτες στα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, σήμερα διαθέτει μόλις έξι αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων Type 45 και πέντε φρεγάτες Type 23, μονάδες στο σύνολό τους καταπονημένες, αριθμητικά ανεπαρκείς για να παρέχουν την απαραίτητη συνοδεία για τα δύο αεροπλανοφόρα που διαθέτει. Με ενδεικτικό κόστος περί το 1,1 δισ. ευρώ ανά φρεγάτα της δεύτερης μερίδας παραγωγής (Batch 2), το πρόγραμμα των Type 26 περιορίστηκε σε μόλις οκτώ μονάδες και συμπληρώνεται από πέντε, σημαντικά χαμηλότερου κόστους, φρεγάτες Type 31.
Το κύριο πλεονέκτημα του μετασχηματισμού σε «υβριδικό» είναι η μέσω των μη επανδρωμένων πλατφορμών αύξηση της μάζας, είτε αφορά την ισχύ πυρός είτε τους αισθητήρες. Ομως, ακόμη και για υψηλού βαθμού αυτονομίας μη επανδρωμένες πλατφόρμες ενταγμένες σε μία κατανεμημένη αρχιτεκτονική εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να αποδώσουν το επιχειρησιακά αναμενόμενο είναι η αδιάλειπτη λειτουργία του δικτύου, που εξ ορισμού θα αποτελέσει στόχο ηλεκτρονικών παρεμβολών και κυβερνοεπιθέσεων.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην Ελλάδα ως αιτιολογία για τον μετασχηματισμό αναφέρονται τα τεκταινόμενα στον πόλεμο της Ουκρανίας, συγκεκριμένα στη Μαύρη Θάλασσα. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ωρίμανση τεχνολογιών που επιτρέπουν ανάπτυξη και μαζική χρήση, από κρατικές και μη οντότητες, νέων όπλων (όπως μη επανδρωμένες πλατφόρμες, περιπλανώμενα πυρομαχικά, πολυηχητικοί και βαλλιστικοί πύραυλοι) μεταβάλλει σημαντικά το επιχειρησιακό περιβάλλον. Ομως, με την αξιοποίηση, κυρίως επιφανείας, αναλώσιμων, μη επανδρωμένων πλατφορμών, η επιτυχία της Ουκρανίας κατά του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας να αρνηθεί τη χρήση (sea denial) σε μία κλειστή θάλασσα δεν μπορεί να αντιγραφεί και εφαρμοστεί ως λύση-πανάκεια.
Το Αιγαίο χαρακτηρίζεται κλειστή θάλασσα, αλλά για το ΠΝ και για τη χώρα μας γενικότερα ποια είναι η υψηλότερη προτεραιότητα; Η άρνηση χρήσης θαλάσσιου χώρου στον αντίπαλο ή η επίτευξη ελέγχου (sea control) ώστε σε ειρήνη, κρίση και πόλεμο να λειτουργούν οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας που συνδέουν τα νησιά μας με την ηπειρωτική χώρα και διασφαλίζουν την υποστήριξή τους; Εάν εκουσίως περιοριστούμε στην άρνηση χρήσης, δεν αποποιούμαστε τον έλεγχο του θαλάσσιου χώρου που αποτελεί τον συνδετικό ιστό ηπειρωτικής και αρχιπελαγικής χώρας, και άρα αυτοχειριαζόμαστε;
Επιπρόσθετα, η χρησιμότητα μίας ναυτικής δύναμης δεν περιορίζεται στον πόλεμο. Η συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις στατιστικά αποτελεί μικρό τμήμα του επιχειρησιακού βίου των πλατφορμών. Αντίθετα, αποστολές ναυτικής παρουσίας και περιπολίας, ναυτικής ασφάλειας και συνεργασίας με ναυτικές δυνάμεις συμμαχικών και φίλων χωρών αποτελούν πολύ σημαντικό μέρος της καθημερινότητας και διαμορφώνουν από τον καιρό της ειρήνης προϋποθέσεις που καθορίζουν την εκδήλωση κρίσεων και την περαιτέρω εξέλιξή τους. Ποια είναι η αξία των μη επανδρωμένων πλατφορμών σε αυτές τις αποστολές;
Εν κατακλείδι, ο μετασχηματισμός των ναυτικών δυνάμεων σε «υβριδικές» είναι αναπόφευκτος. Ομως δεν θα πρέπει να σηματοδοτήσει, όπως στην περίπτωση του Βασιλικού Ναυτικού, την κατάργηση των υψηλών δυνατοτήτων πλατφορμών των οποίων η επιχειρησιακή χρησιμότητα επεκτείνεται σε όλο το εύρος του φάσματος των αποστολών, σε ειρήνη, κρίση και πόλεμο.
Βρετανική επένδυση 1,52 δισ. ευρώ σε συνδυασμό με την Τεχνητή Νοημοσύνη
Η σύλληψη του «υβριδικού Ναυτικού», που θα συνδυάζει την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και την αυτονομία με πολεμικά πλοία και αεροσκάφη, εξειδικεύτηκε στο Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων (DIP: Defence Investment Plan) που δημοσιοποιήθηκε στις 30 Ιουνίου 2026. Σε αυτό, μεταξύ άλλων, προβλέπεται επένδυση ύψους τουλάχιστον 1,3 δισ. λιρών (1,52 δισ. ευρώ) για:
■ Τη μη επανδρωμένη πλατφόρμα εκτόξευσης πυραύλων Type 91.
■ Τη μη επανδρωμένη πλατφόρμα συλλογής πληροφοριών/αισθητήρων Type 92, που θα επιχειρεί σε συνεργασία με τον στόλο φρεγατών για τον εντοπισμό και την παρακολούθηση εχθρικών υποβρυχίων.
■ Το ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους μη επανδρωμένο υποβρύχιο όχημα (USV) Type 93, που θα επιχειρεί σε συνεργασία με τον συμβατικό στόλο υποβρυχίων για τον εντοπισμό και την καταστροφή εχθρικών υποβρυχίων.
■ Τη μη επανδρωμένη πλατφόρμα συλλογής πληροφοριών/αισθητήρων Type 94, σχεδιασμένη για τον εντοπισμό εναέριων απειλών κατά του «υβριδικού Ναυτικού» ή της βρετανικής επικράτειας.
■ Το Κοινό Πλοίο Μάχης (Common Combat Vessel). Προβλέπεται η πρόσκτηση τουλάχιστον έξι CCV, που θα αντικαταστήσουν ισάριθμα αντιτορπιλικά Type 45, και τα οποία θα παρέχουν δυνατότητα ολοκληρωμένης ναυτικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας επόμενης γενιάς, καθώς και πληγμάτων ακριβείας σε μεγάλα βεληνεκή (ρόλο που σήμερα κατά κύριο λόγο έχουν τα Type 45). Τα CCV θα παραδίδονται σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του 2030, θα έχουν δυνατότητα να λειτουργούν ως κόμβος επιχειρήσεων για τα μη επανδρωμένα αυτόνομα συστήματα και θα συνεπιχειρούν με οκτώ φρεγάτες Type 26 και πέντε φρεγάτες Type 31. Η εισαγωγή τους σε υπηρεσία θα σηματοδοτήσει την περαιτέρω αύξηση του αριθμού των προαναφερθεισών μη επανδρωμένων πλατφορμών.
