Η υπόθεση της αιφνιδιαστικής -και μυστικής- επίσκεψης του Ιμπραήμ Καλίν στην Αθήνα δεν ήταν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στα Ελληνοτουρκικά. Είναι πλέον και ζήτημα θεσμικής ενημέρωσης, πολιτικής διαφάνειας και ελέγχου της εξωτερικής πολιτικής. Διότι άλλο η αναγκαία εχεμύθεια στις διεθνείς σχέσεις και άλλο να πληροφορούνται οι Ελληνες από τουρκικά δημοσιεύματα ότι ο επικεφαλής της ΜΙΤ βρέθηκε στην Αθήνα και συναντήθηκε, εκτός από τον διοικητή της ΕΥΠ, και με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Ούτε ζητεί κανείς να δοθούν στη δημοσιότητα πρακτικά εμπιστευτικών συνομιλιών. Το στοιχειώδες όμως θα ήταν να έχει υπάρξει από την πρώτη στιγμή μια λιτή επίσημη ενημέρωση για την πραγματοποίηση μιας τόσο σημαντικής επαφής. Αυτό δεν έγινε. Και το κενό έσπευσε να καλύψει η Αγκυρα.
Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Yeni Şafak», σε άρθρο του Yahya Bostan, έγραψε ότι ο Καλίν μετέφερε στην Αθήνα τέσσερα συγκεκριμένα μηνύματα. Κατά το δημοσίευμα, η Τουρκία εμφανίζεται να δηλώνει ότι επιθυμεί «καλή και εποικοδομητική» σχέση με την Ελλάδα, αλλά θα παραμείνει αποφασιστική στην υπεράσπιση όσων θεωρεί δικαιώματα και συμφέροντά της. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον Καλίν η θέση ότι η Αγκυρα δεν θα επιτρέψει «τετελεσμένα» μέσω μονομερών ελληνικών ενεργειών στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο, ούτε αλλαγή του status quo μέσω της στρατιωτικοποίησης των νησιών.
Στο ίδιο κείμενο υπάρχει και τρίτη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επισήμανση: ότι η ελληνική προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας γραμμής ασφαλείας μέσω της συνεργασίας με το Ισραήλ χαρακτηρίστηκε από τουρκικής πλευράς «λάθος δρόμος». Και συμπληρώνεται ότι η Τουρκία δεν θεωρεί ότι απειλεί την Ελλάδα, αλλά δεν θα επιτρέψει εξελίξεις που, σύμφωνα με τη δική της ανάγνωση, θίγουν τα συμφέροντά της.
Το δημοσίευμα της «Yeni Şafak» παρουσιάζει αυτά τα σημεία ως παρασκηνιακές πληροφορίες. Αυτό καθιστά ακόμη μεγαλύτερη την ανάγκη για επίσημη ελληνική τοποθέτηση. Γιατί, όταν η τουρκική πλευρά περιγράφει δημόσια τι υποτίθεται ότι διαμηνύθηκε μέσα στην Αθήνα και το Μέγαρο Μαξίμου αποφεύγει να πει τι πραγματικά συνέβη, τότε η Τουρκία αποκτά ένα πολύτιμο πλεονέκτημα: γράφει πρώτη την ιστορία της συνάντησης.
Κύπρος και Ισραήλ
Στην εικόνα προστίθεται και η παρέμβαση του πρέσβη ε.τ. Γιώργου Αϋφαντή, ο οποίος έχει προειδοποιήσει για τον κίνδυνο ευρύτερης σύγκρουσης Τουρκίας – Ισραήλ με πιθανή εμπλοκή Ελλάδας και Κύπρου. Στην ανάλυσή του ο κ. Αϋφαντής υποστηρίζει ότι η Αγκυρα θεωρεί πως το Ισραήλ χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως εργαλείο στην περιφερειακή αντιπαράθεση και συνδέει με αυτό το κλίμα την αποστολή Καλίν στο Μέγαρο Μαξίμου.
Από αυτή την εκτίμηση προκύπτει μία ακόμη σοβαρότερη διάσταση: ότι το τουρκικό μήνυμα ενδέχεται να αφορούσε και το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής τουρκοϊσραηλινής σύγκρουσης με πεδίο την Κύπρο και την απαίτηση να μη βρεθεί τότε η Ελλάδα απέναντι στην Τουρκία. Αν όμως υπάρχει έστω τέτοια σοβαρή πληροφορία για τον κίνδυνο να εμπλακούν Ελλάδα και Κύπρος σε μια ευρύτερη περιφερειακή αναμέτρηση, τότε η σιωπή της κυβέρνησης γίνεται ακόμη πιο ακατανόητη.
Η Ντόρα
Η εικόνα έγινε θεσμικά ακόμη πιο παράδοξη, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε ανοιχτά στη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ιμπραήμ Καλίν, υποστηρίζοντας ότι ο πρωθυπουργός έχει υποχρέωση να συζητά με όλους και εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι ο Τούρκος αξιωματούχος έλαβε την απάντηση του Ελληνα πρωθυπουργού.
Η κυρία Μπακογιάννη διαθέτει ασφαλώς τεράστια εμπειρία στα εθνικά θέματα. Θεσμικά όμως παραμένει σήμερα βουλευτής. Και αυτό δημιουργεί μια πρωτοφανή αντιστροφή: η τουρκική εφημερίδα αποκαλύπτει, η αδελφή του πρωθυπουργού επιβεβαιώνει και το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει εξηγήσει καθαρά στους πολίτες τι συνέβη. Δεν είναι οικογενειακή υπόθεση η εξωτερική πολιτική. Ούτε μπορεί μια βουλευτής, όσο έμπειρη και αν είναι, να υποκαθιστά την επίσημη ενημέρωση για μια πρωθυπουργική συνάντηση τέτοιου βάρους.

Τι ακριβώς φοβάται να πει το Μαξίμου; Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιμένει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «δεν ακούει σε τελεσίγραφα» και ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να ενισχύει και να οχυρώνει τη χώρα. Ωραία. Τότε γιατί δεν λέει αν τέθηκε τελεσίγραφο; Γιατί δεν εξηγεί αν ο Καλίν έθεσε ζήτημα ελληνικών ενεργειών στο Αιγαίο; Αν αναφέρθηκε στην αποστρατιωτικοποίηση; Αν τέθηκε θέμα της σχέσης Ελλάδας – Ισραήλ;
Αν συζητήθηκε η Κύπρος; Και, κυρίως, ποια ήταν η ελληνική απάντηση; Δεν χρειάζεται να δημοσιοποιηθούν απόρρητες επιχειρησιακές πληροφορίες για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα. Χρειάζεται απλώς να ειπωθεί η πολιτική γραμμή. Η εξωτερική πολιτική ασφαλώς δεν μπορεί να ασκείται με δημοψηφίσματα πάνω σε κάθε διπλωματική φράση. Δεν μπορεί όμως ούτε να μετατραπεί σε προσωπικό προνόμιο του εκάστοτε πρωθυπουργού, με την κοινωνία και τα κόμματα να ενημερώνονται εκ των υστέρων, αποσπασματικά και μέσω τρίτων.
Τα ερωτήματα στα οποία υποχρεούται να απαντήσει η κυβέρνηση
Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ οι τουρκικές απαιτήσεις δεν υποχωρούν αλλά επεκτείνονται. Η Αγκυρα μιλά για «τετελεσμένα» στο Αιγαίο, επιμένει στις δικές της θέσεις για τα νησιά και τις θαλάσσιες ζώνες και αντιμετωπίζει με αυξανόμενη καχυποψία τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ.
Η ίδια η «Yeni Şafak» εντάσσει την επίσκεψη Καλίν σε αυτό το περιβάλλον και παρουσιάζει την Τουρκία ως χώρα που προειδοποιεί την Αθήνα να μη μεταβάλει τους συσχετισμούς εις βάρος της. Συνεπώς, η συνάντηση δεν μπορεί να θεωρηθεί τυπική. Και η απόκρυψή της από την επίσημη ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι ο πρωθυπουργός συνάντησε τον Καλίν. Καλά έκανε και τον συνάντησε, εφόσον θεώρησε ότι αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ενημέρωσε θεσμικά τη χώρα ότι τον συνάντησε. Κι ακόμη περισσότερο ότι άφησε την άλλη πλευρά να δημοσιοποιήσει τη δική της εκδοχή για το τι ειπώθηκε προτού η Αθήνα διατυπώσει τη δική της. Εδώ ακριβώς τελειώνει η εχεμύθεια και αρχίζει η μυστικοπάθεια. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι Ι.Χ.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει, χωρίς περιστροφές, σε τέσσερα συγκεκριμένα ερωτήματα: Πότε και για πόση ώρα συναντήθηκαν Μητσοτάκης και Καλίν; Ποια ήταν η ατζέντα; Ποιες απαιτήσεις ή προειδοποιήσεις διατύπωσε η τουρκική πλευρά; Ποια ακριβώς ήταν η ελληνική απάντηση; Δεν ζητεί κανείς κρατικά μυστικά. Ζητεί θεσμική λογοδοσία. Γιατί η Ελλάδα δεν κυβερνάται μόνο από το Μέγαρο Μαξίμου. Υπάρχει Βουλή, υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις και υπάρχει μια κοινωνία που δικαιούται να γνωρίζει ποια στρατηγική ακολουθείται σε ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο, την Κύπρο και την ασφάλεια της χώρας. Και όσο οι επίσημες απαντήσεις δεν δίνονται τόσο θα πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα.
Η μυστική διπλωματία δεν γίνεται επικίνδυνη επειδή υπάρχουν κλειστές συνομιλίες. Γίνεται επικίνδυνη όταν κλειστή παραμένει και η ενημέρωση για τις ίδιες τις πολιτικές επιλογές. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, έχουμε φτάσει στο παράδοξο να γνωρίζει η Αγκυρα τι θέλει να μάθουν οι Ελληνες, να μας εξηγεί η «Yeni Şafak» τι φέρεται ότι ειπώθηκε, να επιβεβαιώνει εκ των υστέρων τη συνάντηση η Ντόρα Μπακογιάννη και το Μαξίμου να περιορίζεται σε γενικές διαβεβαιώσεις ότι «δεν δέχεται τελεσίγραφα». Αν δεν δέχεται, ακόμη καλύτερα. Ας μας πει λοιπόν ποιο τελεσίγραφο απέρριψε.
