Την πρόθεσή του να επιστρέψει στην πρωθυπουργική διεκδίκηση εκφράζει ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του στη βελγική εφημερίδα «Le Soir», παρουσιάζοντας παράλληλα τις βασικές θέσεις της «Συμπαράταξης» για την οικονομία, την ανασυγκρότηση της παραγωγής και την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Ο πρώην πρωθυπουργός ασκεί έντονη κριτική στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν αξιοποίησε τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν μετά το 2019. Όπως αναφέρει, η προσωρινή αναστολή των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών περιορισμών κατά την πανδημία, καθώς και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε διαφορετική πορεία.
Κατά τον ίδιο, η βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών μεγεθών δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη ενίσχυση της καθημερινότητας των πολιτών. Παρά τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση του ΑΕΠ, υποστηρίζει ότι τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν χαμηλή αγοραστική δύναμη, υψηλό κόστος στέγασης και αυξημένες πιέσεις από τις τιμές βασικών αγαθών.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα επικαλείται τη διαφορά του μέσου ελληνικού μισθού από τον αντίστοιχο στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει, το 2019 η ελληνική υπεροχή ανερχόταν στο 83%, ενώ σήμερα έχει περιοριστεί στο 17%. Την ίδια στιγμή, σημειώνει ότι οι τιμές στην Ελλάδα έχουν προσεγγίσει τα επίπεδα του Βελγίου και της Γαλλίας.
Ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει την κατάσταση ως συνδυασμό χαμηλών αποδοχών, ακριβών προϊόντων και δυσμενών εργασιακών συνθηκών, υποστηρίζοντας ότι πολλοί εργαζόμενοι αναγκάζονται να απασχολούνται σε δύο θέσεις ή να εργάζονται για ιδιαίτερα πολλές ώρες προκειμένου να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους.
Κριτική στην κυβερνητική οικονομική πολιτική
Ο πρώην πρωθυπουργός απορρίπτει την άποψη ότι η σημερινή οικονομική κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη από εκείνη του 2019. Υπενθυμίζει ότι τότε η χώρα είχε μόλις ολοκληρώσει μια μακρά περίοδο δημοσιονομικής επιτήρησης, έπειτα από κρίση που είχε προκαλέσει απώλεια περίπου του ενός τετάρτου του ΑΕΠ.
Όπως υποστηρίζει, η αποχώρηση από τα προγράμματα προσαρμογής και η πρόσβαση σε περισσότερες χρηματοδοτικές δυνατότητες δεν έχουν αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη στα επίπεδα του 2010. Στα βασικά προβλήματα εντάσσει επίσης την εξάπλωση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων.
Την ακρίβεια αποδίδει σε μεγάλο βαθμό στη λειτουργία καρτέλ σε κρίσιμους κλάδους, εκτιμώντας ότι η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου επιβαρύνει δυσανάλογα τους καταναλωτές και τους εργαζομένους.
Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης με επενδυτική δυνατότητα 25 δισ. ευρώ
Ως εναλλακτική πρόταση παρουσιάζει ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, το οποίο στηρίζεται στην αύξηση της παραγωγής, στη δικαιότερη κατανομή των πόρων και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Κεντρική επιδίωξη του σχεδίου είναι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, με περιορισμό της εξάρτησης από τον τουρισμό και την αγορά ακινήτων. Ο Αλέξης Τσίπρας θεωρεί ότι οι δύο αυτοί τομείς είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στις διεθνείς μεταβολές και δεν μπορούν να αποτελούν τη μοναδική βάση της ελληνικής οικονομίας.
Στις προτεραιότητες που θέτει περιλαμβάνονται η ποιοτική γεωργική παραγωγή, η μεταποίηση, η φαρμακοβιομηχανία και η ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.
Για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων προτείνει τη σύσταση Εθνικού Ταμείου Σύγκλισης. Η αρχική χρηματοδότηση θα προέλθει από εθνικούς πόρους, δημόσιες επενδύσεις και τη συμμετοχή επιχειρήσεων. Με την προσέλκυση επιπλέον ιδιωτικών κεφαλαίων, η συνολική επενδυτική του ικανότητα θα μπορούσε, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, να ανέλθει σε 25 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Ο ίδιος εντάσσει την πρόταση σε ένα πλαίσιο «κοινωνικού και οικονομικού πατριωτισμού», το οποίο, όπως αναφέρει, θα μπορούσε να στηρίξει ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος και να περιορίσει τις ανισότητες.
Πρόταση για ετήσια φορολόγηση του πλουσιότερου 1%
Αναφερόμενος στις ανισότητες, ο Αλέξης Τσίπρας επικαλείται τις παρεμβάσεις του Αμερικανού Δημοκρατικού βουλευτή Ρο Κάνα, του Μπέρνι Σάντερς, καθώς και των οικονομολόγων Τομά Πικετί και Γκαμπριέλ Ζουκμάν.
Υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση υπερβολικού πλούτου σε μια μικρή κοινωνική ομάδα υπονομεύει τη συνοχή. Για τον λόγο αυτό προτείνει ετήσιο φόρο που θα αντιστοιχεί στο 1% της περιουσίας του πλουσιότερου 1% των πολιτών.
Περιγράφει το μέτρο ως συνεισφορά των οικονομικά ισχυρότερων προς το σύνολο της κοινωνίας και διευκρινίζει ότι δεν ταυτίζεται με την πρόταση του Γκαμπριέλ Ζουκμάν για διεθνώς συντονισμένο φόρο περιουσίας ύψους 2%.
Νέος κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο πρώην πρωθυπουργός ζητά αλλαγή της οικονομικής στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρει, κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης χρέους επικράτησε μια αυστηρή νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, χωρίς επαρκή αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών.
Αντίθετα, κατά την πανδημία, η Ε.Ε. προχώρησε για πρώτη φορά σε κοινό δανεισμό, προκειμένου να χρηματοδοτήσει το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο Αλέξης Τσίπρας θεωρεί ότι το ίδιο εργαλείο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ξανά για μεγάλες επενδύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Οι σχετικοί πόροι, σύμφωνα με την πρότασή του, δεν θα πρέπει να διοχετευθούν αποκλειστικά στην άμυνα. Θα πρέπει επίσης να κατευθυνθούν στην κοινωνική συνοχή, στη βιομηχανική ανάπτυξη και στην πράσινη μετάβαση.
«Είμαι έτοιμος» για νέα πρωθυπουργική διεκδίκηση
Απαντώντας στο ερώτημα αν θα μπορούσε να αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία, ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει καταφατικά. Επισημαίνει ότι έχει ήδη ασκήσει τα συγκεκριμένα καθήκοντα και γνωρίζει τις απαιτήσεις της θέσης.
Παράλληλα, υπερασπίζεται το κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνησή του λειτούργησε υπό τους περιορισμούς των μνημονίων, τα οποία είχαν συμφωνηθεί πριν από την ανάληψη της εξουσίας. Στα βασικά επιτεύγματα της περιόδου αποδίδει την ολοκλήρωση των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας.
Κατηγορεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι δεν αξιοποίησε τα αποτελέσματα εκείνης της προσπάθειας, ενώ συνδέει το ζήτημα της κυβερνητικής ακεραιότητας με τις έρευνες που αφορούν τη σημερινή κυβέρνηση. Υποστηρίζει ακόμη ότι επί της δικής του διακυβέρνησης ενισχύθηκαν τα εισοδήματα των ασθενέστερων και των μεσαίων στρωμάτων, ενώ επί Νέας Δημοκρατίας τα μεγαλύτερα οφέλη κατευθύνθηκαν προς τους οικονομικά ισχυρότερους.
Η Αριστερά απέναντι στην άνοδο της Ακροδεξιάς
Για τη «Συμπαράταξη», ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η δυναμική της αποτυπώνει την ανάγκη για πολιτική αλλαγή. Αναγνωρίζει ότι το νέο εγχείρημα ξεκινά χωρίς κοινοβουλευτική παρουσία και χωρίς κρατική χρηματοδότηση, υπογραμμίζει όμως ότι διαθέτει συγκεκριμένο πρόγραμμα και απευθύνεται στους εργαζομένους, στις παραγωγικές δυνάμεις και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Σχολιάζοντας την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη, αναφέρει ότι ο νεοναζισμός και οι ιδέες της Ακροδεξιάς πρέπει να αντιμετωπιστούν πολιτικά και κοινωνικά. Συνδέει την απήχησή τους με την ανασφάλεια που προκαλούν η ανεργία και η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης.
Εκφράζει επίσης ανησυχία για την ενίσχυση της AfD στη Γερμανία και του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία. Κατά την εκτίμησή του, οι ακροδεξιές δυνάμεις επιχειρούν να εμφανιστούν ως αντισυστημικές, ώστε να προσεγγίσουν τα λαϊκά στρώματα, ενώ στην πράξη δεν αμφισβητούν τις βασικές δομές του υφιστάμενου οικονομικού συστήματος.
Καταλήγοντας, ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι η Αριστερά οφείλει να διαμορφώσει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, διατηρώντας τον πολιτικό της προσανατολισμό, τις αξίες της και τη σύνδεσή της με τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων.