Νέο πλαίσιο για την καταγραφή του χρόνου εργασίας στο Δημόσιο θεσπίζεται με την επέκταση της ψηφιακής κάρτας, μέσω της οποίας θα αποτυπώνονται ηλεκτρονικά η ώρα προσέλευσης και αποχώρησης των υπαλλήλων, οι αλλαγές στο ημερήσιο ωράριο, αλλά και οι υπερωρίες που πραγματοποιούνται.
Η ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 102 του νομοσχεδίου του υπουργείου Εσωτερικών που ψηφίστηκε πρόσφατα και προβλέπει τη δημιουργία κεντρικού συστήματος παρακολούθησης του χρόνου εργασίας στο Δημόσιο.
Στο πεδίο εφαρμογής εντάσσονται οι υπάλληλοι που υπάγονται στον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, οι εργαζόμενοι σε δήμους και κοινότητες, καθώς και το προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου. Από τη διαδικασία εξαιρούνται οι φορείς που ήδη υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ψηφιακή κάρτα εργασίας βάσει του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Η βασική διαφοροποίηση αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειρίζονται τα δεδομένα προσέλευσης και αποχώρησης. Οι σχετικές καταγραφές δεν θα παραμένουν αποκλειστικά στα πληροφοριακά συστήματα των επιμέρους υπηρεσιών, αλλά θα διαβιβάζονται στο κεντρικό πληροφοριακό σύστημα του υπουργείου Εσωτερικών, με το οποίο θα πρέπει να διαλειτουργούν τα υφιστάμενα συστήματα ωρομέτρησης.
Έτσι, η ψηφιακή κάρτα θα δημιουργεί ηλεκτρονικό αρχείο για τον χρόνο εργασίας κάθε υπαλλήλου, στο οποίο θα αποτυπώνονται η ώρα έναρξης και λήξης της εργασίας, καθώς και τυχόν μεταβολές του ημερήσιου προγράμματος.
Τον έλεγχο για την τήρηση του προβλεπόμενου ωραρίου αναλαμβάνουν οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων. Η πρόσβασή τους θα περιορίζεται στα δεδομένα των εργαζομένων που βρίσκονται υπό την εποπτεία τους, μέσω του Συστήματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και των συστημάτων ωρομέτρησης.
Η νέα ρύθμιση προβλέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, και τη δυνατότητα αξιοποίησης βιομετρικής τεχνολογίας για την ταυτοποίηση εργαζομένων και την επιβεβαίωση της φυσικής τους παρουσίας. Πρόκειται για εξαιρετικό μέτρο και όχι για τον γενικό τρόπο εφαρμογής της ψηφιακής κάρτας.
Για να ενεργοποιηθεί η συγκεκριμένη δυνατότητα θα πρέπει να υπάρχει ειδική τεκμηρίωση ότι τα ηπιότερα μέσα ελέγχου έχουν εφαρμοστεί χωρίς να αποδώσουν ή ότι, εξαρχής, δεν κρίνονται κατάλληλα για τον συγκεκριμένο σκοπό.
Η χρήση βιομετρικών μέσων μπορεί να αφορά, μεταξύ άλλων, εγκαταστάσεις όπου απαιτείται αυξημένος έλεγχος πρόσβασης, όπως κρίσιμες υποδομές και διαβαθμισμένοι χώροι, αλλά και περιπτώσεις που συνδέονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Προβλέπεται ακόμη η δυνατότητα εφαρμογής τους σε φορείς όπου έχουν καταγραφεί επανειλημμένες και σημαντικές παραβάσεις του ωραρίου, έπειτα από έλεγχο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ή στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας.
Σημαντική αλλαγή αφορά και την υπερωριακή απασχόληση, καθώς στόχος του νέου συστήματος είναι η καταγραφή των πραγματικών ωρών εργασίας πέραν του κανονικού ωραρίου και η αντίστοιχη αμοιβή των υπαλλήλων.
Με το υφιστάμενο καθεστώς, σε ορισμένες περιπτώσεις καταχωρίζονται σε μηνιαία βάση 20 ώρες υπερωριακής απασχόλησης για ολόκληρα τμήματα, ανεξάρτητα από το εάν αυτές πραγματοποιήθηκαν. Με την ψηφιακή κάρτα θα καταγράφονται οι ώρες που πράγματι πραγματοποιούνται.
Σήμερα, στους φορείς του Δημοσίου χρησιμοποιούνται τρεις διαφορετικές μέθοδοι για την παρακολούθηση του ωραρίου: ηλεκτρονικά συστήματα ή συστήματα σήμανσης με κάρτα, μικτά συστήματα που συνδυάζουν ηλεκτρονική και χειρόγραφη καταγραφή, κυρίως όταν υπάρχουν διαφορετικά κτίρια, καθώς και αποκλειστικά χειρόγραφες καταγραφές με υπογραφές.
Η διαφορετικότητα των διαδικασιών καταγραφής έχει συνδεθεί με προβλήματα στον έλεγχο του ωραρίου, αλλά και με δυσκολίες στην αξιόπιστη αποτύπωση των υπερωριών. Σύμφωνα με το πλαίσιο που περιγράφεται στη ρύθμιση, η ψηφιακή καταγραφή αποσκοπεί στο να συνδέσει την αμοιβή με τον πραγματικό χρόνο υπερωριακής εργασίας.
Η αμοιβή των υπερωριών στο Δημόσιο υπολογίζεται με βάση τις βασικές αποδοχές που αντιστοιχούν σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο και μεταβάλλεται όταν αναπροσαρμόζονται οι βασικοί μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων.
Η πιο πρόσφατη αλλαγή στις αποδοχές και στις αμοιβές για υπερωριακή εργασία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2026. Τότε οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκαν κατά 40 ευρώ τον μήνα, ενώ αντίστοιχα αυξήθηκε και η αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, η οποία υπολογίζεται σε 1/280 του βασικού μισθού κάθε κλιμακίου.
