Ως εμπαιγμός και μόνο της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να εκληφθεί η χθεσινή δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για τις απευθείας αναθέσεις γενικώς αλλά και ειδικώς, επειδή έγινε κατά την ομιλία του στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
- Από τη Μαρία Παναγιώτου
Ο πρωθυπουργός συγκεκριμένα δήλωσε πως η κριτική για βροχή απευθείας αναθέσεων στη διάρκεια της διακυβέρνησής του είναι «ανυπόστατος ισχυρισμός» και πως αυτές αφορούν κυρίως τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ).
Τη στιγμή, δηλαδή, που τα στοιχεία αποδεικνύουν με σαφήνεια πως δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ έχουν κατευθυνθεί σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις και συμφέροντα, χωρίς διαγωνιστικές διαδικασίες, ώστε να τροφοδοτήσουν το επιτελικό, πελατειακό κράτος, δημιουργώντας έναν εκλογικό πυρήνα συμφερόντων που κινείται ξεκάθαρα ενάντια στα οικονομικά συμφέροντα του ελληνικού λαού, ο οποίος αγκομαχά από την ακρίβεια, ο πρωθυπουργός μίλησε για ισχυρισμούς.
Και συνέχισε με περηφάνια περί επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης, ψηφιοποίησης των διαδικασιών και ταχύτητας, τη στιγμή που χιλιάδες δανειολήπτες που έχουν καταθέσει ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής ή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κινδυνεύουν να χάσουν τα πάντα. Ο λόγος; Διάταξη του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδης, για «επαναπροσδιορισμό» των εκκρεμών ανακοπών μέσω πλατφόρμας, υπό ασφυκτική προθεσμία λίγων ημερών, που είναι αδύνατον να τηρηθεί.
Το άλλο όνομα των απευθείας αναθέσεων
Η «δημοκρατία» έχει και στο παρελθόν ασχοληθεί με τις συμβάσεις δισεκατομμυρίων του κρατικού μηχανισμού που υπογράφονται τα τελευταία χρόνια με το άλλο… πρόσωπο της «απευθείας ανάθεσης», που ακούει στο όνομα «διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση». Η μέθοδος αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα παραθυράκι όχι μόνο αποφυγής των ανοιχτών διαγωνισμών, αλλά και… ανάθεσης έργων χωρίς το όριο ποσού που υπάρχει στις απευθείας αναθέσεις.
Τα στατιστικά που αλιεύσαμε από το ΚΗΜΔΗΣ, δηλαδή την ηλεκτρονική πλατφόρμα όπου δημοσιεύονται οι δημόσιες συμβάσεις, είναι πραγματικά συγκλονιστικά.
Το 2019, για παράδειγμα, το συνολικό ποσό των συμβάσεων για τα οποία χρησιμοποιήθηκε η συγκεκριμένη διαδικασία ήταν μόλις 55.339.795 ευρώ. Το 2023 το ποσό αυτό έφτασε τα 861.568.438 ευρώ, ενώ το 2025 το ποσό αυτό έφτασε περίπου τα 1,8 δισ.(!). Αντίστοιχα φυσικά και οι απευθείας αναθέσεις το 2025 ήταν περίπου στα 2,7 δισ.
Η νομοθεσία για τη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση δεν είναι καινούργια. Ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη ως κοινοτική οδηγία ήδη πριν από την οικονομική κρίση. Ομως, οι σχετικές ρυθμίσεις συνοπτικά αναφέρουν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να παρακαμφθεί το ΕΣΗΔΗΣ, δηλαδή η διαγωνιστική διαδικασία, μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δηλαδή, όταν η ανάθεση έχει απρόβλεπτο ή επείγοντα χαρακτήρα, όταν υπάρχει μόνο ένας φορέας που μπορεί να αναλάβει το έργο ή όταν η συναλλαγή αφορά προμήθεια κάποιου αγαθού που είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο.
Φυσικά για να ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία πρέπει να ζητηθεί η γνωμοδότηση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ). Εάν ανατρέξει όμως κανείς στη σελίδα της ΕΑΔΗΣΥ, θα διαπιστώσει πως έχουν ζητηθεί από την Αρχή ελάχιστες γνωμοδοτήσεις για την προσφυγή στη διαδικασία. Συγκεκριμένα, στη σελίδα της αναφέρεται ότι έδωσε μόλις 102 γνωμοδοτήσεις για το 2022, μόλις 136 για το 2023 και 144 για το έτος 2024. Ενώ οι συμβάσεις που υπεγράφησαν με αυτή τη διαδικασία είναι εκατοντάδες χιλιάδες.
Οπως έχει αναφέρει και στο παρελθόν η «δημοκρατία», η πραγματικότητα (που δεν είναι ισχυρισμός, όπως είπε ο πρωθυπουργός) καταγράφηκε με ακρίβεια σε έκθεση του ίδιου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύτηκε στις αρχές του 2023 και περιείχε στατιστικά στοιχεία για τα έτη 2021 και το 2022. Το Ελεγκτικό από τότε είχε χτυπήσει «καμπανάκι» για την κατάχρηση της δυνατότητας που δίνει αυτή η διάταξη.

Συγκεκριμένα, η έκθεση, που είχε τίτλο «Απευθείας αναθέσεις: Πότε οι απευθείας αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων ή οι αναθέσεις ύστερα από σύντομη διαδικασία διαπραγμάτευσης διασφαλίζουν την αντικειμενική ακεραιότητα της διαδικασίας;», ανέφερε, μεταξύ πολλών άλλων, ότι τα έτη 2021 και 2022 το Ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε 12.615 συμβάσεις, συνολικού ύψους κοντά στα 1,5 δισ. με αυτή τη διαδικασία(!).
Στα συμπεράσματά του, δε, το Ελεγκτικό Συνέδριο ανέφερε ακόμα πως οι αναθέτοντες φορείς χρησιμοποιούν περίεργα τις «αόριστες νομικές έννοιες του “απρόβλεπτου” και του “επείγοντος”» και πως «στην πλειονότητα των συμβάσεων που ελέγχθηκαν δεν προκύπτει ότι η επιλογή των αναδόχων γίνεται βάσει έρευνας αγοράς ή βάσει άλλων κριτηρίων τα οποία είναι προκαθορισμένα και διαφανή». Συμπεραίνει ακόμα πως υπάρχει «έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση».
Το ρεπορτάζ της «δημοκρατίας» δείχνει επίσης ότι τα τελευταία χρόνια μια εξίσου συχνή δικαιολογία για τη χρήση της ρύθμισης είναι οι άγονοι διαγωνισμοί. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι διαγωνισμοί «ρίχνονται στα βράχια» επειδή περιέχουν όρους που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, καθώς υπάρχει συνεννόηση σε κλάδους (και με τον φορέα) για το πώς θα μοιραστούν οι… δουλειές. Πώς είναι δυνατόν, εξάλλου, οι διαγωνισμοί να βγαίνουν άγονοι, αλλά στη συνέχεια να εμφανίζονται εταιρίες για να… πάρουν τη δουλειά με απευθείας ανάθεση;

Η ευθύνη της κεντρικής διοίκησης
Υπό κρίση κι αίρεση είναι επίσης ο ισχυρισμός του πρωθυπουργού ότι οι περισσότερες συμβάσεις με αυτή τη διαδικασία υπογράφονται από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εκθεση του ΕΑΔΗΣΥ, με έτος αναφοράς το 2024, έδειξε ξεκάθαρα πως μπορεί το πλήθος των συμβάσεων να είναι μεγαλύτερο στους ΟΤΑ, οι φορείς της κεντρικής διοίκησης όμως και οι λοιποί φορείς του Δημοσίου, που επιβλέπονται επίσης από την κεντρική διοίκηση, έχουν υπογράψει συμβάσεις ύψους κοντά 1 δισ. ευρώ με αυτή τη διαδικασία. Ενώ στους ΟΤΑ το αντίστοιχο ποσό είναι περίπου 300.000.000 ευρώ. Αξίζει σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε ότι από το 2019 και μετά έχουν δημιουργηθεί δεκάδες «λοιποί φορείς» από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, είτε ανώνυμες εταιρίες (Α.Ε.) είτε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που αρέσκονται να κάνουν αναθέσεις χωρίς διαγωνιστική διαδικασία.
