Το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, όμως η σύνθεσή του έχει αλλάξει αισθητά τα τελευταία χρόνια. Τα «κόκκινα» δάνεια έχουν περιοριστεί στους τραπεζικούς ισολογισμούς, την ίδια στιγμή που οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αυξάνονται.
Σήμερα, σχεδόν επτά στα δέκα ευρώ ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους αφορούν οφειλές προς το Δημόσιο, αποτυπώνοντας τη μετατόπιση του προβλήματος από τις τράπεζες προς την ΑΑΔΕ και το ΚΕΑΟ.
ΤΟ ΧΡΕΟΣ
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος διαμορφώνεται στα 420,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 238,6 δισ. ευρώ είναι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς Δημόσιο, τράπεζες και servicers. Πρόκειται για το 56,7% του συνόλου, με το ύψος του ληξιπρόθεσμου χρέους να παραμένει κοντά στα επίπεδα του 2018, παρά τη βελτίωση αρκετών βασικών μεγεθών της οικονομίας.
Η μεγάλη διαφοροποίηση εντοπίζεται στο πού συγκεντρώνονται πλέον οι οφειλές. Τα χρέη προς την ΑΑΔΕ αυξήθηκαν από 104,4 δισ. ευρώ το 2018 σε 114,5 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ οι οφειλές προς το ΚΕΑΟ ενισχύθηκαν από 34,8 δισ. ευρώ σε 51,8 δισ. ευρώ.
Στον αντίποδα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που βρίσκονται σε τράπεζες και servicers μειώθηκαν από 99,7 δισ. ευρώ σε 72,3 δισ. ευρώ.
ΝΕΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ
Η πίεση προς το Δημόσιο συνεχίστηκε και το τελευταίο δωδεκάμηνο. Από τον Μάρτιο του 2025 έως τον Μάρτιο του 2026, το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος αυξήθηκε κατά 4,9 δισ. ευρώ, με ολόκληρη την αύξηση να προέρχεται από νέες ή διογκωμένες οφειλές προς ΑΑΔΕ και ΚΕΑΟ.
Παράλληλα, περίπου 4,8 εκατ. φορολογούμενοι εμφανίζονται πλέον με χρέη προς την Εφορία, έναντι περίπου 4 εκατ. το 2018.
SERVICERS
Η μείωση των «κόκκινων» δανείων στις τράπεζες δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες οφειλές εξαφανίστηκαν από την οικονομία. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους τραπεζικούς ισολογισμούς υποχώρησαν από 81,8 δισ. ευρώ το 2018 σε περίπου 6 δισ. ευρώ, όμως όσα βρίσκονται υπό τη διαχείριση servicers αυξήθηκαν από 17,9 δισ. ευρώ σε 66,4 δισ. ευρώ.
Την ίδια ώρα, σημαντικό τμήμα των οφειλών προς το Δημόσιο θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να εισπραχθεί. Από τα 114,5 δισ. ευρώ προς την ΑΑΔΕ, περίπου 35 δισ. ευρώ έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, ενώ περισσότερα από 10 δισ. ευρώ στο ΚΕΑΟ συνδέονται, μεταξύ άλλων, με πτωχευμένες επιχειρήσεις και παλαιές ανενεργές οφειλές.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν έτσι μια διαφορετική εικόνα του προβλήματος: η τραπεζική εξυγίανση έχει περιορίσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στους ισολογισμούς των τραπεζών, χωρίς όμως να συνοδεύεται από αντίστοιχη αποκλιμάκωση του συνολικού ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους, το οποίο συγκεντρώνεται πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό προς το Δημόσιο.
ΠΗΓΗ: dealnews.gr

