Υπό το βάρος της κατακραυγής, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη “υπέστειλε” την αφίσα που απεικόνιζε τη ναζιστική σημαία πάνω από τον Παρθενώνα που δημιουργήθηκε για την εκδήλωση με θέμα «Αρχαιολογία και Κατοχή»,έκθεση, που προγραμματίστηκε ανήμερα της 82ης επετείου απελευθέρωσης της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα!
Η επίμαχη εικόνα που προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ΕΣΔΟΓΕ), αποσύρθηκε και μάλιστα για το “κατόρθωμα” αυτό το υπουργείο ανακοίνωσε πανηγυρικά ότι αυτό έγινε μετά από παρέμβασή του!
“Ο σκοπός της έκθεσης στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο δεν είναι να συγκαλύψει κάτι. Είναι ακριβώς το αντίθετο, να παρουσιάσει αυτή την σκοτεινή περίοδο [. . .] ωστόσο, το Εθνικό Συμβούλιο [ . . ] ορθά στηλίτευσε τη συγκεκριμένη αφίσα.”, παραδέχθηκε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και απολογήθηκε λέγοντας πως “η αφίσα του συνεδρίου, που διοργανώνεται από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, «είναι ένα ιστορικό τεκμήριο, που προέρχεται από το αρχείο του Deutsche Historische Museum. [. . .] Κακώς το επέλεξαν, αλλά δεν είναι κάτι το οποίο φτιάχτηκε τώρα. Υπάρχει ως τεκμήριο, και το χρησιμοποίησαν ακριβώς για να περάσουν το αντίθετο μήνυμα από αυτό, το οποίο πιθανότατα καταλάβαμε όλοι. Ακριβώς, λοιπόν, επειδή υπήρξε η αντίδραση του Συμβουλίου και εγώ το πληροφορήθηκα από την δική τους αντίδραση το όλο θέμα, το Υπουργείο Πολιτισμού παρενέβη, [. . .] και η αφίσα άλλαξε [. . .] ακριβώς διότι και αυτοί (οι διοργανωτές) κατάλαβαν το σωστό της διαμαρτυρίας και του Συμβουλίου, και του υπουργείου Πολιτισμού.
Με λίγα λόγια θα πρέπει να πούμε και “μπράβο” στην κ. Μενδώνη που δεν παρέμεινε η προκλητική αφίσα, όμως δεν είπε για τον λόγο που δεν επιλέχθηκε μια άλλη ημερομηνία για τα εγκαίνια της εκδήλωσης και όχι ακριβώς την ίδια μέρα που η Αθήνα τιμά την 82η επέτειο από τη λύτρωσή της από τον ναζιστικό εφιάλτη. Αυτή τη μέρα το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών (DAI), υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και της κυβέρνησης, επιλέγουν προκλητικά να εγκαινιάσουν την έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς».

Πρόκειται για άκρως προκλητική ενέργεια, που συνιστά προσβολή στη μνήμη των θυμάτων της Κατοχής, ενώ η επιλογή του τίτλου υποβαθμίζει τις σφαγές αμάχων, τον λιμό, τα ολοκαυτώματα και τη συστηματική λεηλασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Από την πλευρά το το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ΕΣΔΟΓΕ), αντέδρασε με ανακοίνωση-καταπέλτη:
«Τώρα, οι Γερμανοί ξανάρχονται! Και επιχειρούν να “γιορτάσουν” με τον δικό τους τρόπο την απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής, γεγονός που συνιστά ωμή πρόκληση, δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχει αναλάβει ακόμη την ευθύνη για τα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς στην αφίσα του συνεδρίου που οργανώνουν κυριαρχεί η πιο προπαγανδιστική γερμανική φωτογραφία της Κατοχής! Η περιβόητη αυτή φωτογραφία αναπαριστά μία τεράστια πολεμική σημαία της Βέρμαχτ να δεσπόζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης».
Συνεχίζοντας την αυστηρή κριτική του προς τους διοργανωτές και την ελληνική Πολιτεία, το ΕΣΔΟΓΕ υπογραμμίζει:
«Δηλαδή η βάρβαρη ναζιστική και φασιστική Κατοχή, που αποδεκάτισε τον ελληνικό πληθυσμό και κατέστρεψε τη χώρα μας, υπονομεύοντας το μέλλον πολλών γενεών, μετατρέπεται από τους οργανωτές σήμερα σε απλή ελληνογερμανική “διαίρεση”! Τα λόγια περιττεύουν! Καλούμε το υπουργείο Πολιτισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας να σεβαστεί την Ιστορία αυτού του τόπου και να αποσύρει άμεσα την αιγίδα του και κάθε υποστήριξη από τις επαίσχυντες αυτές εκδηλώσεις.
Και να ζητήσει άμεσα τον επαναπατρισμό του συνόλου των αρπαγέντων από τη Γερμανία, τη Βουλγαρία και την Ιταλία ελληνικών αρχαιολογικών και πολιτισμικών θησαυρών. Η Ελληνική Δημοκρατία καλείται να υλοποιήσει, χωρίς άλλη αναβολή, την ιστορική απόφαση της Βουλής των Ελλήνων της 17ης Απριλίου 2019 προχωρώντας στη σθεναρή και συστηματική διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών».