Η στρατηγική της πλήρους αποστασιοποίησης που επέλεξε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, για το σκάνδαλο Γκιλφόιλ, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς την ειλικρίνεια και τα αντανακλαστικά της κυβέρνησης. Η επιλογή του να νίψει τας χείρας του, δηλώνοντας αναρμόδιος για μια κρίση που εκτυλίχθηκε εντός των ελληνικών συνόρων, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα πραγματικά γεγονότα.
Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε κατηγορηματικά: «Δεν έχει καμία σχέση η ελληνική κυβέρνηση, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα. Άρα είναι κάτι το οποίο ούτε μπορούμε να επηρεάσουμε ούτε μπορούμε να σχολιάσουμε».
Ο ισχυρισμός αυτός αγνοεί επιδεικτικά τον πυρήνα του προβλήματος: η τέως πρέσβειρα των ΗΠΑ αποπέμφθηκε για πρακτικές και καταγγελίες που αφορούσαν δράσεις της μέσα στην Αθήνα, εμπλέκοντας εγχώριες επιχειρήσεις, λομπίστες και ζητήματα διμερούς ενεργειακής συνεργασίας. Το να δηλώνει ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης ότι ένα τέτοιο σκάνδαλο «δεν σχετίζεται με την Ελλάδα», εκλαμβάνεται ως μια βολική παραποίηση της πραγματικότητας και μια προσπάθεια πολιτικής υπεκφυγής απέναντι σε ένα ζήτημα που θίγει το θεσμικό κύρος της χώρας.
Αντί να τοποθετηθεί επί της ουσίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατέφυγε στην τακτική της αντεπίθεσης, χαρακτηρίζοντας τις εύλογες αντιδράσεις ως «αντιπολιτευτικό μοτίβο». Υποστήριξε ότι η αντιπολίτευση ρίχνει ευθύνες που «δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές» της κυβέρνησης, επιχειρώντας να υποβαθμίσει την απαίτηση για διαφάνεια. Το να ταυτίζει την κριτική για ένα μείζον διπλωματικό επεισόδιο με τη γενικότερη κριτική για την ακρίβεια, δείχνει αμηχανία και αδυναμία διαχείρισης της κρίσης.
«Δεν θα ζητήσουμε εξηγήσεις»
Η πλέον χαρακτηριστική στιγμή της τοποθέτησής του ήταν η ξεκάθαρη άρνηση να διεκδικήσει απαντήσεις. Ερωτηθείς εάν η Αθήνα θα ζητήσει εξηγήσεις από τις ΗΠΑ, απάντησε ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, καθώς η τοποθέτηση ή απομάκρυνση διπλωματών είναι αποκλειστική απόφαση της εκάστοτε κυβέρνησης.
Η στάση αυτή, συσκευασμένη με τις τυπικές διαβεβαιώσεις ότι «οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο», εκπέμπει μια εικόνα απόλυτης παθητικότητας. Συνθέτει το προφίλ μιας κυβέρνησης που προτιμά να παρακολουθεί αμέτοχη ως απλός παρατηρητής τα διπλωματικά ατοπήματα που συμβαίνουν στο έδαφός της, αποφεύγοντας οποιαδήποτε διεκδίκηση καθαρών εξηγήσεων.