Κίτρινη κάρτα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα Σκόπια
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η γειτονική χώρα δεν εφαρμόζει τις Πρέσπες, γεγονός που ο Μητσοτάκης δεν εκμεταλλεύεται για να βάλει τέλος και να αποσυρθεί
Το παραμύθι της «εθνικά επωφελούς» συνέχειας του κράτους και της δήθεν αυστηρής επιτήρησης της Συμφωνίας των Πρεσπών κατέρρευσε παταγωδώς με τον πλέον εξευτελιστικό τρόπο για την ελληνική κυβέρνηση. Η ετήσια έκθεση προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Σκόπια αποτελεί έναν κόλαφο που εκθέτει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική του στρουθοκαμηλισμού οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον εθνικό διασυρμό. Η Κομισιόν βγάζει «κίτρινη κάρτα» στο γειτονικό κρατίδιο για την προκλητική άρνηση χρήσης της συνταγματικής του ονομασίας, καταγράφοντας με τον πιο επίσημο τρόπο αυτό που το Μέγαρο Μαξίμου προσπαθεί απεγνωσμένα να υποβαθμίσει: την ανοιχτή και συστηματική καταστρατήγηση ακόμα και αυτής της επαίσχυντης Συμφωνίας των Πρεσπών.
Αντί για γενικόλογες προσεγγίσεις, η ίδια η έκθεση της Κομισιόν είναι αμείλικτη στην καταγραφή των γεγονότων. Στο επίσημο κείμενο υπογραμμίζεται ρητά ότι «μέλη της κυβέρνησης και ανώτεροι αξιωματούχοι παραβλέπουν κατά καιρούς τη συμφωνία, μεταξύ άλλων μη χρησιμοποιώντας τη συνταγματική ονομασία της χώρας». Αυτή η καταγραφή «φωτογραφίζει» τις δημόσιες τοποθετήσεις του πρωθυπουργού Χρίστιαν Μίτσκοσκι και των στελεχών του VMRO-DPMNE, οι οποίοι χρησιμοποιούν προκλητικά τον όρο «Μακεδονία». Η Επιτροπή προειδοποιεί ξεκάθαρα πως αυτή η τακτική «ενδέχεται να επηρεάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας», τονίζοντας ότι η καλόπιστη εφαρμογή των διμερών συμφωνιών παραμένει ουσιώδης, παρότι διαπιστώνεται πως η συνεργασία με την Αθήνα συνεχίζεται απρόσκοπτα σε τομείς όπως η οικονομία, ο τουρισμός και η ενεργειακή διασυνδεσιμότητα.
Ο διασυρμός των Σκοπίων από την Κομισιόν δεν περιορίζεται στις Πρέσπες. Η έκθεση αποδομεί πλήρως το γειτονικό κράτος, καταγράφοντας «μηδενική πρόοδο» στην καταπολέμηση της διαφθοράς, η οποία παραμένει «εκτεταμένη». Παράλληλα, στηλιτεύει την απουσία των απαιτούμενων συνταγματικών αλλαγών, γεγονός που διατηρεί ουσιαστικά «παγωμένες» τις ενταξιακές τους διαπραγματεύσεις.
Μπροστά σε αυτή την καταγεγραμμένη, ωμή πραγματικότητα, η στάση της Αθήνας κρίνεται εθνικά επικίνδυνη. Οταν μια διακρατική συμφωνία παραβιάζεται στον ίδιο της τον πυρήνα -στο erga omnes- και αυτό πιστοποιείται πλέον από τα επίσημα ευρωπαϊκά όργανα, η εφαρμογή του στρουθοκαμηλισμού κάνει σαφές στους πάντες ότι η Ελλάδα δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Εάν υπήρχε πολιτική βούληση, η κυβέρνηση θα είχε αξιοποιήσει αυτά ακριβώς τα ευρωπαϊκά ευρήματα, θα είχε καταγγείλει την παραβίαση βάσει του Διεθνούς Δικαίου και θα είχε προχωρήσει στην απόσυρσή της από τη συνθήκη. Αντί αυτού, παρακολουθεί παθητικά, τρέμοντας την ανάληψη οποιουδήποτε διπλωματικού κόστους και ελπίζοντας ότι οι Βρυξέλλες θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα.
Το πλέον εξοργιστικό, όμως, είναι η παγίδα στην οποία εγκλωβίζεται η Ελλάδα. Η Κομισιόν δεν επιπλήττει τα Σκόπια επειδή νοιάζεται για την προστασία της ελληνικής Ιστορίας. Για τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών η παραβίαση δεν αποτελεί ιστορική προσβολή, αλλά ένα απλό γραφειοκρατικό αγκάθι στις «σχέσεις καλής γειτονίας» που εμποδίζει τη γεωπολιτική σταθερότητα των Βαλκανίων.
Η έκθεση αποτελεί έναν αμείλικτο καθρέφτη της ελληνικής διπλωματικής ατολμίας, αποδεικνύοντας με αδιάσειστα στοιχεία ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα διπλωματικό πτώμα. Οσο το Μέγαρο Μαξίμου αρνείται πεισματικά να αποσύρει τη χώρα από αυτή την ακυρωμένη στην πράξη συνθήκη τόσο θα καθίσταται συνένοχο στον διασυρμό, αφήνοντας την ελληνική Μακεδονία βορά στις διαθέσεις των Σκοπίων και στους ψυχρούς γεωπολιτικούς υπολογισμούς των Βρυξελλών.
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
