Η ταινία του Γιώργου Ηλιόπουλου «EXILE(S), ιστορίες ενός νησιού», με τους ανθρώπους σε πρώτο πλάνο, συμμετείχε στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Ηλιόπουλος δημιούργησε την ταινία «EXILE(S), ιστορίες ενός νησιού» για την Ιμβρο, η οποία συμμετείχε στο Διεθνές Διαγωνιστικό «Newcomers» του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ο καλλιτεχνικός δημιουργός επισήμανε πως επεδίωξε «ο θεατής να φύγει με περισσότερα ερωτήματα και λιγότερες βεβαιότητες».
Ο σκηνοθέτης έμεινε για τρεις μήνες, εισερχόμενος στις οικίες των κατοίκων της, για να καταγράψει τις προσωπικές ιστορίες τους, μέσα από τις οποίες επιχείρησε να συνθέσει τις συνέπειες των μετακινήσεων πληθυσμών, έναν αιώνα μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Μετά τη συζήτηση με το κοινό κατά την πρώτη προβολή της, διεφάνη πως «το ζητούμενο ήταν μέσα από την ταινία να φτιάξουμε και πάλι το ιδιαίτερο ψηφιδωτό των ανθρώπινων ιστοριών και να επανσυνθέσουμε την ιστορία του μέρους μέσα από βιώματα των ανθρώπων που ζουν στο σήμερα, στο παρόν της νέας γενιάς των ανθρώπων».
Ο κ. Ηλιόπουλος, ομιλών για την ταινία, επεσήμανε πως ρίχνει φως σε ερειπωμένα χωριά, σε ήθη, έθιμα και τελετουργίες που συνδιαμορφώνουν ένα ιδιότυπο πολιτισμικό παλίμψηστο, όπου οι μνήμες και τα σύνορα μετατοπίζονται διαρκώς. Ως προς το κίνητρο που τον ώθησε να κάνει μία ταινία για την Ιμβρο, εξήγησε πως πρόκειται «περισσότερο για μία ταινία που αφορά την ανθρώπινη κατάσταση, υπό το πρίσμα της ιστορίας του νησιού, το οποίο αποτελεί ένα ιδιαίτερο μέρος, έναν πολύ μικρό γεωγραφικό χώρο όπου συνυπάρχουν άνθρωποι διαφορετικών εθνοτήτων, φυλών και θρησκειών».
Τραύματα
Επίσης υποστήριξε: «Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο είναι πώς η επίσημη Ιστορία αφήνει έξω ανθρώπους τραυματισμένους – οι ιστορίες τους μένουν έξω από την Ιστορία. Αυτό ήθελα περισσότερο να ερευνήσουμε». Για τις δύο ώρες που διαρκεί η ταινία το ωφέλιμο υλικό που συγκέντρωσε το τριμελές συνεργείο κατά την παραμονή του στην Ιμβρο, κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο έως και Μάρτιο του 2020, οπότε έγιναν οι λήψεις, υπερβαίνει τις 70 ώρες.
«Με πολύ κόπο και μεγάλη προσπάθεια κρατήσαμε ένα storyline, που εγώ το αντιλαμβάνομαι σαν ένα νήμα αφήγησης πολλών διαφορετικών ιστοριών, αποδίδοντας αυτό που ένιωσα να με συγκινεί περισσότερο στο μέρος, ότι η Ιστορία αφήνει τραύματα, θύματα, ανθρώπους στο περιθώριο, που οι ιστορίες τους δεν έρχονται εύκολα στην επιφάνεια, δεν ακούγονται συχνά». Ο δημιουργός ανέφερε ότι οι κάτοικοι άνοιξαν πρόθυμα τα σπίτια τους και ότι σε καμία στιγμή δεν ένιωσε ανοικειότητα.
Ακόμη ετόνισε ότι «μιλήσαμε με ανθρώπους κάθε ηλικίας, τόσο με ανθρώπους που έχουν τραυματικές μνήμες από το παρελθόν όσο και με ανθρώπους που γεννήθηκαν στο νησί και ζουν εκεί. Τι γνωρίζει ο καθένας για την Ιστορία και πού επιλέγει να σταθεί μέσα σε αυτή και πώς αυτοπροσδιορίζεται έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αναφερόμενος στη σημερινή συνύπαρξη των κοινοτήτων, σημείωσε ότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ζήτημα αφού «είναι ιδιόμορφη, μοναδική για τα δικά μας δεδομένα, ταυτόχρονα όμως όχι πάντα εύκολη. Είναι μία συνεχής δοκιμασία».


