Η Τζένη Καρέζη έζησε με τον τρόπο που έπαιζε: με ένταση, πάθος και μια βαθιά ανάγκη να μην περιοριστεί ποτέ σε έναν μόνο ρόλο. Στις 26 Ιουλίου 1992, σε ηλικία 60 ετών, έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω της μια διαδρομή που εξακολουθεί να γοητεύει.
Υπάρχει μια φωτογραφία της Τζένης Καρέζη που μοιάζει να συμπυκνώνει μια ολόκληρη εποχή.
Είναι ντυμένη νύφη. Φορά ένα εντυπωσιακό λευκό φόρεμα, αέρινο πέπλο και γάντια. Το βλέμμα της είναι στραμμένο στον φακό και γύρω της υπάρχει εκείνη η ατμόσφαιρα της Αθήνας των αρχών της δεκαετίας του 1960, όταν οι πρωταγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου δεν ήταν απλώς ηθοποιοί, αλλά πρόσωπα που μπορούσαν να προκαλέσουν πραγματική λαϊκή κινητοποίηση.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε με αφορμή το γάμο της με τον Ζάχο Χατζηφωτίου.

Το νυφικό, δημιουργία του Ντίμη Κρίτσα, θα γινόταν αργότερα μέρος μιας άλλης ιστορίας. Θα επέστρεφε στη μεγάλη οθόνη, όταν η Καρέζη θα το φορούσε ξανά στην ταινία Τζένη-Τζένη, μεταφέροντας, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθεί ο θεατής, ένα πραγματικό κομμάτι της ζωής της μέσα σε μια κινηματογραφική ιστορία. Ίσως να υπάρχει κάτι συμβολικό σε αυτή τη λεπτομέρεια.
Η Τζένη Καρέζη έζησε μια ζωή που συχνά έμοιαζε με κινηματογραφική ταινία, αλλά πίσω από τις φωτογραφίες, τα εξώφυλλα και τους ρόλους υπήρχε μια γυναίκα που διεκδίκησε να ορίσει η ίδια τη διαδρομή της.
Η ηθοποιός που δεν έμεινε ποτέ μόνο «σταρ»
Η Τζένη Καρέζη είχε από νωρίς εκείνη την ιδιαίτερη ποιότητα που έκανε το κοινό να την αναγνωρίζει αμέσως. Στον κινηματογράφο βρέθηκε στην καρδιά της μεγάλης άνθησης του ελληνικού σινεμά και συνεργάστηκε με τη Φίνος Φιλμ, ρωταγωνιστώντας σε ταινίες που παραμένουν μέχρι σήμερα δημοφιλείς.
Η Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, η Θεία από το Σικάγο, η Δεσποινίς διευθυντής, η Τζένη-Τζένη, η Λόλα, η Μια τρελή τρελή οικογένεια και τόσες ακόμη ταινίες δημιούργησαν ένα κινηματογραφικό αποτύπωμα που δεν περιορίστηκε σε μόνο μία κατηγορία.
Η Καρέζη μπορούσε να είναι αστεία χωρίς να γίνεται επιφανειακή και δραματική χωρίς να υπερβάλλει στην απόδοση του κάθε ρόλου της.
Όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια, το θέατρο άρχισε να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο στη ζωή της.
Εκεί ήταν που η ίδια μπόρεσε να αναζητήσει διαφορετικούς ρόλους, να δοκιμάσει τα όριά της και να εκφράσει τις ανησυχίες της πέρα από την εικόνα της κινηματογραφικής σταρ. Η καλλιτεχνική της διαδρομή δεν έμεινε, επομένως, εγκλωβισμένη στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Η ίδια προχώρησε. Και μαζί της άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο την έβλεπε το κοινό.

Ο γάμος που έκανε την Αθήνα να βγει στους δρόμους
Στις 7 Μαΐου 1962, η Τζένη Καρέζη και ο Ζάχος Χατζηφωτίου παντρεύτηκαν στην Αγία Φιλοθέη. Η είδηση του γάμου ήταν αρκετή για να συγκεντρώσει πλήθος κόσμου. Οι αναφορές της εποχής μιλούν για περίπου 5.000 θαυμαστές που βρέθηκαν έξω από την εκκλησία, ενώ οι επίσημοι καλεσμένοι ήταν περίπου 500.
Η δημοτικότητα της Καρέζη είχε πάρει πλέον διαστάσεις που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς σήμερα.
Οι άνθρωποι δεν παρακολουθούσαν απλώς τη ζωή των ηθοποιών μέσα από τις ταινίες τους. Ήθελαν να τους δουν από κοντά, να συμμετέχουν, έστω από απόσταση, στις προσωπικές τους στιγμές. Η παρουσία τόσο μεγάλου πλήθους δημιούργησε αναστάτωση και χρειάστηκε η παρέμβαση των αρχών για να αποκατασταθεί η τάξη.
Η ίδια η Καρέζη είχε περιγράψει αργότερα την εικόνα με τον δικό της τρόπο: «Πολύ χαρήκαμε που τόσο μας αγαπάνε, αλλά και πόσο στεναχωρηθήκαμε, πιστέψτε το, που οι φίλοι μας παρακολούθησαν την τελετή έξω από το σύρμα. Γυρνούσαμε και αντί να δούμε γνωστούς, βλέπαμε μανάδες με ασαράντιστα μωρά, μαθητούδια και ισχυρά δύναμη χωροφυλακής να πηγαινοέρχεται».
Η γαμήλια δεξίωση είχε γίνει στο φημισμένο κοσμικό στέκι της εποχής, το Auberge στη Βαρυμπόμπη, παρουσία εκπροσώπων της κοσμικής και καλλιτεχνικής Αθήνας. Από τη λίστα των προσκεκλημένων έλειπε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, γεγονός που τροφοδότησε αργότερα τις γνωστές ιστορίες περί ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο μεγάλες πρωταγωνίστριες.
Ωστόσο, η απουσία της Βουγιουκλάκη δεν συνδεόταν με κάποια προσωπική αντιπαλότητα. Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο Λονδίνο.
Ο γάμος της Καρέζη και του Χατζηφωτίου κράτησε μόλις λίγα χρόνια και κατέληξε σε διαζύγιο. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος είχε αποδώσει τη φθορά της σχέσης τους κυρίως στους διαφορετικούς ρυθμούς ζωής:
«Με την Τζένη Καρέζη νομίζω ήμασταν μαζί τέσσερα χρόνια. Άλλη η Τζένη στο θέατρο και τον κινηματογράφο και άλλη στο σπίτι. Υποδειγματική σύζυγος, μαγείρευε. Με την Τζένη χωρίσαμε επειδή σχεδόν δεν βλεπόμασταν. Άλλο το δικό της ωράριο, αλλιώτικο το δικό μου. Όταν εγώ ερχόμουν στο σπίτι να κοιμηθώ, εκείνη σηκωνόταν να πάει σε πρωινό κινηματογραφικό γύρισμα. Μέναμε στο ίδιο σπίτι, αλλά δεν βρισκόμασταν. Μόνο στο διάδρομο βρισκόμασταν».
Το θρυλικό νυφικό του Ντίμη Κρίτσα
Από εκείνη την ημέρα, ένα αντικείμενο θα αποκτούσε τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Το νυφικό. Ο Ντίμης Κρίτσας είχε δημιουργήσει το φόρεμα που φόρεσε η Τζένη Καρέζη στο γάμο της.
Ο σχεδιαστής είχε συνδέσει το όνομά του με την ελληνική μόδα και είχε συνεργαστεί με σημαντικές προσωπικότητες του θεάματος.
Η σχέση του με την Καρέζη ήταν στενή και επαγγελματική. Της είχε σχεδιάσει ρούχα για κινηματογραφικές και θεατρικές εμφανίσεις, αλλά και δημιουργίες που ενίσχυσαν τη χαρακτηριστική εικόνα της.

«Της είχα σχεδιάσει όλα τα ρούχα για το Δεσποινίς διευθυντής και το Μαίρη Μαίρη. Για το μιούζικαλ Η γειτονιά των αγγέλων του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Μίκη Θεοδωράκη τής σχεδίασα πρωτοποριακά κοστούμια. Όταν εμφανίστηκε στις Κάννες με την ταινία Τα Κόκκινα Φανάρια του Βασίλη Γεωργιάδη συζητήθηκε πολύ. Για την έναρξη του φεστιβάλ τής είχα σχεδιάσει ένα άσπρο μακρύ φόρεμα με ασορτί μαντό».
Η Καρέζη και ο Κρίτσας συνεργάστηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία το ντύσιμο των πρωταγωνιστών ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας τους εν γένει. Και το νυφικό της θα περνούσε κάποια στιγμή από την πραγματικότητα στη μυθοπλασία.
Στην ταινία Τζένη-Τζένη, η Καρέζη εμφανίστηκε σε σκηνή γάμου φορώντας το πραγματικό της νυφικό.
Η λεπτομέρεια αυτή προσδίδει σήμερα μια διαφορετική διάσταση στην ταινία. Η ηθοποιός που είχε γίνει νύφη μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους στην Αγία Φιλοθέη εμφανιζόταν ξανά ως νύφη, αυτή τη φορά μπροστά στην κάμερα και στο πλευρό του κινηματογραφικού παρτενέρ της, Ανδρέα Μπάρκουλη. Έτσι, η πραγματική ζωή και ο κινηματογράφος συναντήθηκαν για λίγο. Και το φόρεμα έμεινε.
Η συνάντηση με τον Κώστα Καζάκο
Μετά το τέλος του γάμου της με τον Χατζηφωτίου, η ζωή της Καρέζη θα άλλαζε ξανά. Στον Κώστα Καζάκο βρήκε τον άνθρωπο με τον οποίο θα συνδεόταν μέχρι το τέλος της ζωής της. Παντρεύτηκαν το 1968 και έναν χρόνο αργότερα απέκτησαν τον γιο τους, Κωνσταντίνο.
Ο Καζάκος δεν ήταν μόνο ο σύζυγός της. Ήταν και ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκε την πιο ώριμη και ίσως πιο ουσιαστική περίοδο της καλλιτεχνικής της ζωής. Μαζί δημιούργησαν οικογένεια, συνεργάστηκαν καλλιτεχνικά και βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια εποχή πολιτικά φορτισμένη.
Η περίοδος της δικτατορίας αποτέλεσε σημείο καμπής για τη δημόσια παρουσία τους. Η Καρέζη και ο Καζάκος δεν επέλεξαν τη σιωπή.
Το 1973 ήρθε το Μεγάλο μας τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και τον Νίκο Ξυλούρη στο τραγούδι. Η παράσταση δεν ήταν απλώς ένα ακόμη θεατρικό έργο. Έγινε γεγονός. Η Καρέζη είχε πλέον μετακινηθεί οριστικά από τη θέση της σταρ στη θέση μιας καλλιτέχνιδας με κοινωνικό και πολιτικό λόγο.
Το θέατρο έγινε ο χώρος όπου μπορούσε να πει πράγματα που ο κινηματογράφος της προηγούμενης δεκαετίας δεν της είχε επιτρέψει.![]()
![]()

Θέατρο μέχρι το τέλος
Η Καρέζη δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο. Ακόμη και όταν η υγεία της άρχισε να κλονίζεται, προσπάθησε να παραμείνει ενεργή.
Η τελευταία θεατρική της εμφάνιση ήταν στα Διαμάντια και μπλουζ της Λούλας Αναγνωστάκη, την περίοδο 1990-1991. Ήταν μια ακόμη απόδειξη του δεσμού της με τη σκηνή.
Για την Τζένη Καρέζη, το θέατρο δεν ήταν απλώς ο χώρος στον οποίο εργαζόταν. Ήταν ένας τρόπος να υπάρχει. Και αυτή η ανάγκη θα παρέμενε ζωντανή ακόμη και όταν η ασθένεια άρχισε να περιορίζει όλο και περισσότερο τη ζωή της.
Η μάχη που δεν ήθελε να την ορίσει
Η Τζένη Καρέζη έδωσε μια μακρά μάχη με τον καρκίνο. Η ασθένεια ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η ίδια είχε ήδη αφήσει πίσω της την εποχή της απόλυτης κινηματογραφικής δόξας και είχε διαμορφώσει μια διαφορετική, πιο ώριμη καλλιτεχνική ταυτότητα. Ταξίδεψε στο εξωτερικό για θεραπείες και προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση μακριά από τη δημοσιότητα που την είχε συνοδεύσει σε ολόκληρη τη ζωή της. Δεν ήταν εύκολο. Η γυναίκα που είχε συνηθίσει να βρίσκεται κάτω από τα φώτα των προβολέων βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που δεν μπορούσε να ελέγξει. Ωστόσο, μέχρι το τέλος διατήρησε την ανάγκη της να ζήσει.

Σε ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα που έχουν συνδεθεί με την τελευταία περίοδο της ζωής της, είχε εκφράσει αυτή την επιθυμία με λόγια απλά. Ήταν μία επιστολή δημόσια. Η τελευταία επιστολή της για την ακρίβεια που μπορεί να τη θυμόμαστε ξανά και ξανά όμως είναι χαρακτηριστική του ήθους, της προσωπικότητας και του ταμπεραμέντου μιας γυναίκας που ήξερε κάθε στιγμή της ζωής της ακριβώς τι ήθελε. Σ’ αυτή την επιστολή έγραφε:
«Θέλω να ζω με τους δικούς μου. Θέλω να κάνω τη λατρεμένη μου δουλειά. Θέλω να προσφέρω. Να αγαπάω και να με αγαπούν. Δεν χάνονται αυτά. Δεν πρέπει να χαθούν».
Μέσα σε αυτές τις φράσεις βρίσκεται ίσως όλη η Τζένη Καρέζη. Όχι η σταρ. Όχι η νύφη των περιοδικών. Όχι η πρωταγωνίστρια των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών. Αλλά η γυναίκα. Εκείνη που ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται, να αγαπά, να προσφέρει και να βρίσκεται κοντά στους ανθρώπους της. Ήρθε όμως το τέλος.

Η Τζένη Καρέζη έφυγε από τη ζωή στις 26 Ιουλίου 1992. Αυτή η ημερομηνία καταγράφηκε επίσημα. Ωστόσο, εδώ και χρόνια η ημερομηνία συγχέεται σε ορισμένα δημοσιεύματα με την 27η Ιουλίου. Η σύγχυση πιθανότατα σχετίζεται με το χρόνο κατά τον οποίο έγινε ευρύτερα γνωστή η είδηση. Ο θάνατος της ηθοποιού σημειώθηκε μέσα στη νύχτα και η ειδησεογραφική κάλυψη πέρασε, όπως ήταν φυσικό, στην επόμενη ημέρα.
Έτσι, η 27η Ιουλίου εμφανίστηκε κατά καιρούς σε δημοσιεύματα και αφιερώματα ως ημερομηνία θανάτου. Η επίσημη καταγραφή, ωστόσο, δεν αφήνει περιθώριο για αμφιβολία. Η Τζένη Καρέζη έφυγε από τη ζωή στις 26 Ιουλίου 1992.
Και αυτή είναι η ημερομηνία που επιστρέφει κάθε χρόνο, μαζί με τη μνήμη μιας γυναίκας που πρόλαβε μέσα σε έξι δεκαετίες να διανύσει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδρομές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.

Ο θάνατός της έβαλε τέλος σε μια ζωή γεμάτη εικόνες, ρόλους, έρωτες, επιτυχίες, συγκρούσεις, πολιτική δράση, οικογένεια και θέατρο. Αλλά δεν έβαλε τέλος στην παρουσία της.
Γιατί η Τζένη Καρέζη είχε ήδη προλάβει να αφήσει πίσω της κάτι που δεν μπορούσε να χαθεί.
Τους ρόλους της. Τις ταινίες της. Τις παραστάσεις της. Τη φωνή της. Τον τρόπο που κοίταζε την κάμερα. Την ηθοποιό που έμαθε το κοινό να γελά μαζί της, αλλά και να τη βλέπει να μεγαλώνει, να αλλάζει και να διεκδικεί διαφορετικούς ρόλους. Τη γυναίκα που στάθηκε στη σκηνή του Μεγάλου μας τσίρκου σε μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τη σύντροφο του Κώστα Καζάκου και τη μητέρα του Κωνσταντίνου. Και, τελικά, έναν άνθρωπο που απέναντι στην ασθένεια ζήτησε μόνο τα αυτονόητα: χρόνο. Χρόνο για να ζήσει. Χρόνο για να αγαπήσει. Χρόνο για να δουλέψει. Δεν τον είχε.
Η Τζένη Καρέζη έφυγε νωρίς, όμως η εικόνα της δεν γέρασε μαζί της. Έμεινε εκεί, όπως την είχαν γνωρίσει οι άνθρωποι που την αγάπησαν…
Κάλλια Λαμπροπούλου
Πηγή : Pontosnews
