Η Πηνελόπη Πλάκα δεν φοβάται να μιλήσει για όσα συνήθως μένουν πίσω από τα φώτα. Για τις ταμπέλες που συνοδεύουν έναν ηθοποιό, την ανάγκη να βάζει όρια, την ψυχοθεραπεία που τη βοήθησε να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό της, αλλά και για μια γενιά που παλεύει να ζήσει με μεγαλύτερη ελευθερία.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Με αφορμή την καλοκαιρινή περιοδεία της επιτυχημένης κωμωδίας «Οικογένεια Τσεκμέ», η δημοφιλής ηθοποιός μιλά στο «Enjoy» για τις επιλογές που τη διαμόρφωσαν, την πίεση της εποχής και τις παιδικές αναμνήσεις που εξακολουθούν να λειτουργούν ως προσωπική της πυξίδα.
Η «Οικογένεια Τσεκμέ» ξεκίνησε ως μια επιτυχημένη αθηναϊκή παράσταση και πλέον περιοδεύει. Τι αλλάζει όταν ένα έργο αφήνει την ασφάλεια της πόλης και συναντά διαφορετικά κοινά σε όλη την Ελλάδα;
Αρχικά αλλάζουμε εμείς, γιατί έχουμε άλλη διάθεση. Βγαίνουμε έξω, παίζουμε κάτω από τον ουρανό. Ο κόσμος είναι πιο χαρούμενος, πιο ανάλαφρος. Είναι διαφορετικό να παίζεις σε ανοιχτούς χώρους και όχι μέσα σε μια θεατρική αίθουσα. Πραγματικά είναι κάτι άλλο και το απολαμβάνουμε τόσο εμείς όσο και το κοινό. Παίζει, βέβαια, σημαντικό ρόλο το ότι παρουσιάζαμε την «Οικογένεια Τσεκμέ» μια ολόκληρη σεζόν στην Αθήνα, οπότε είμαστε πλέον μια δεμένη ομάδα. Η μόνη νέα αλλά πολύ σημαντική προσθήκη είναι η Μαρία Κίτσου, η οποία είναι υπέροχη σε αυτό που κάνει και αισθάνεται πολύ χαρούμενη, επίσης.
Σύστησέ μας τον ρόλο σου στην «Οικογένεια Τσεκμέ». Ποια είσαι;
Είμαι η Νάνσυ, η κοπέλα του Σάκη Τσεκμέ, του μικρότερου αδελφού της οικογένειας. Είναι μια πολύ δυναμική τύπισσα – και δεν χρησιμοποιώ τυχαία αυτή τη λέξη, γιατί πραγματικά είναι «τύπισσα» αυτή η κοπέλα. Κινείται και λίγο στα όρια της παρανομίας. Είναι πολύ ερωτευμένη με τον Σάκη. Εκείνος μπορεί να κάνει οτιδήποτε κι εκείνη να του το συγχωρεί, μένοντας πάντα δίπλα του σαν βράχος. Τον υποστηρίζει, τον ακούει ακόμη και στις πιο τρελές του ιδέες και, στην ουσία, γίνεται η φωνή της λογικής του. Μαζί καταστρώνουν ένα σχέδιο. Συγκεκριμένα, η Νάνσυ βοηθά τον Σάκη, ο οποίος έχει μπλέξει.
Πιστεύεις ότι η κωμωδία σήμερα λειτουργεί και ως μια μορφή παρηγοριάς απέναντι σε μια καθημερινότητα που γίνεται ολοένα πιο πιεστική;
Η κωμωδία είναι μια ανάσα για τον κόσμο. Τη θεωρώ τόσο σημαντική όσο και την ίδια την ανάσα. Χωρίς ανάσα δεν ζεις. Το ίδιο ισχύει και για τη χαρά. Θέλουμε το γέλιο στη ζωή μας, θέλουμε να ξεφύγουμε από τις έγνοιες και τα προβλήματα. Θέλουμε να πάμε κάπου για δύο ώρες και να πούμε: «Αχ, γέλασα με την ψυχή μου».
Τηλεοπτικά σε συναντήσαμε φέτος στο «Μια νύχτα μόνο», στο Mega. Εχεις δηλώσει ότι ο ρόλος της Ολγας ήταν ένας συνειδητός στόχος. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό να παίξεις έναν αρνητικό χαρακτήρα, έναν αντιήρωα;
Οι άνθρωποι είμαστε περίπλοκα όντα. Δεν ξέρεις πώς μπορεί να λειτουργήσει το μυαλό σου από τη μία στιγμή στην άλλη. Για μένα, τη συγκεκριμένη περίοδο, ήταν σημαντικό να παίξω έναν τέτοιο χαρακτήρα, ίσως επειδή τα προηγούμενα χρόνια δεν είχα υποδυθεί αντίστοιχους ρόλους, έναν «κακό», έναν αντιήρωα. Είμαι σε αυτή τη δουλειά από το 2011, οπότε το είχα ανάγκη. Το είχα βάλει στόχο και τελικά τα κατάφερα. Χάρηκα πολύ. Αν όλο αυτό πέρασε και στον κόσμο -που πιστεύω πως πέρασε, γιατί εισέπραξα και συνεχίζω να εισπράττω θετικά σχόλια-, τότε αυτό είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση για έναν ηθοποιό. Είναι μια αίσθηση ολοκλήρωσης.
Υπήρξε στιγμή που ένιωσες ότι η τηλεόραση είχε αποφασίσει ποια είναι η Πηνελόπη Πλάκα πριν από σένα; Με την έννοια ότι σε επέλεγαν μόνο για ρόλους «γλυκιάς», «όμορφης ή «συμπαθητικής» ηρωίδας;
Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει γενικά και όχι μόνο σε μένα. Καλώς ή κακώς, όλοι τυποποιούμαστε, σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα. Δεν λέω, βέβαια, να έχεις σπουδάσει καρδιοχειρουργός και μετά να γίνεις παθολόγος. Προφανώς αυτό δεν γίνεται. Μιλάω, όμως, για δουλειές όπως οι δικές μας. Οπως εσύ σήμερα ασχολείσαι δημοσιογραφικά με τον πολιτισμό και αύριο μπορεί να θελήσεις να κάνεις οικονομικό ή ελεύθερο ρεπορτάζ, έτσι και στη δουλειά του ηθοποιού είναι ωραίο να υπάρχει μια γκάμα. Ποιος είπε ότι επειδή υποδύθηκες έναν καλό άνθρωπο δεν μπορείς μετά να παίξεις έναν κακό; Σίγουρα χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια όταν αποφασίζεις να βγεις έξω από τη ζώνη άνεσής σου, από αυτό που έχει συνηθίσει να βλέπει ο κόσμος από εσένα. Αν, όμως, το γνωρίζεις και είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις γι’ αυτό, γιατί όχι;
Είναι, όμως, εύκολο να ξεφύγει ένας ηθοποιός από το στερεότυπο που μπορεί να του «φορέσει» ο χώρος;
Νομίζω ότι ζούμε ακόμη σε μια κοινωνία που αγαπά τα στερεότυπα. Τα κρατά σφιχτά αγκαλιά και κοιμάται μαζί τους τα βράδια. Οπότε όλοι παλεύουμε καθημερινά, όχι μόνο εγώ, να ξεφύγουμε από τις ταμπέλες που μας φορούν.
Αν κοιτάξεις τη δική σου γενιά ηθοποιών, που μπήκε στη δουλειά μέσα στην κρίση, τι τη χαρακτηρίζει περισσότερο; Είστε πιο ανασφαλείς ή πιο ελεύθεροι από τους προηγούμενους;
Νομίζω ότι είμαστε και πιο ανασφαλείς, αλλά και πιο ελεύθεροι από τις προηγούμενες γενιές. Και δεν μιλάω μόνο για τους ηθοποιούς. Η γενιά μας γενικότερα προσπαθεί να ξεφύγει από ό,τι θεωρείται δεδομένο, από αυτό που πηγαίνει με το ρεύμα. Βλέπω ότι οι νεότεροι άνθρωποι είναι πιο επαναστάτες και αυτό εμένα μου αρέσει. Μου δίνει δύναμη και κουράγιο. Δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η προσπάθεια, γιατί απαιτεί πολλή ψυχική ενέργεια. Ομως, όσο μπορεί ο καθένας να το κάνει, είναι κάτι πολύ θετικό.
Σε προβληματίζει το γεγονός ότι πλέον οι ηθοποιοί αισθάνονται πως πρέπει να είναι ταυτόχρονα καλλιτέχνες, μάνατζερ, δημιουργοί περιεχομένου και influencers;
Εννοείται. Και δεν αφορά μόνο τους ηθοποιούς της δικής μου γενιάς ή τους νεότερους. Βλέπω και παλαιότερους ηθοποιούς που δυσκολεύονται πολύ με αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η δική μας είναι μια αβέβαιη δουλειά. Βέβαια, σήμερα σχεδόν όλες οι δουλειές είναι αβέβαιες, όμως του ηθοποιού ίσως ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό κι εγώ νιώθω την ανάγκη να έχω και κάτι άλλο δίπλα στη δουλειά μου. Για ποιον λόγο; Για να μη χρειάζεται να κάνω εκπτώσεις. Να μη φτάσω στο σημείο να κάνω πράγματα στα οποία δεν περνάω καλά και να πιέζω τόσο τον εαυτό μου, ώστε να εμφανίζω μέχρι και ψυχοσωματικά. Εχω ένα δερματικό πρόβλημα που φουντώνει όταν αγχώνομαι ή πιέζομαι. Γιατί να το κάνω αυτό στον εαυτό μου; Νομίζω ότι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της δικής μας γενιάς. Εχουμε αρχίσει να αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που μας προκαλεί ψυχοσωματικά και πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Δεν θέλουμε να μένουμε στο πρόβλημα. Θέλουμε να βρίσκουμε τρόπους να το ξεπερνάμε. Και αυτό το βρίσκω πολύ όμορφο.
Είναι λύση η ψυχοθεραπεία, που έχεις πει δημόσια ότι έχεις κάνει, ώστε να βρεις τη σωστή διαδρομή;
Η λύση είναι η θέληση να κάνεις ψυχοθεραπεία, η θέληση να αλλάξεις, να γίνεις καλύτερος, να καταλάβεις τον εαυτό σου. Το νούμερο ένα είναι αυτό. Πολλοί άνθρωποι επισκέπτονται ψυχολόγους και μπορεί να γυρίσουν ακόμη και χειρότερα. Η ψυχοθεραπεία από μόνη της δεν κάνει τίποτα, αν δεν υπάρχει η διάθεση να αλλάξει κάτι μέσα σου. Πρέπει να την αντιμετωπίζεις σαν ένα πρότζεκτ, σαν μια δουλειά.
Κάποια στιγμή απείχες για δύο χρόνια από τα καλλιτεχνικά και έκανες ψυχοθεραπεία. Ηταν δύσκολη απόφαση; Με την έννοια ότι σε αυτή τη δουλειά όλα κινούνται τόσο γρήγορα, που αν δεν δηλώσεις παρουσία είναι πιθανό να ξεχαστείς.
Φυσικά. Θα ήταν δύσκολη απόφαση για οποιονδήποτε, όχι μόνο για μένα. Δεν θέλει και πολύ να βρεθείς εκτός. Βέβαια, δεν έκανα ψυχοθεραπεία μόνο εκείνα τα δύο χρόνια. Εχω κάνει και σε άλλες περιόδους της ζωής μου. Εκεί, όμως, συνειδητοποίησα ότι χρειαζόταν να είμαι πιο σοβαρή απέναντι στον εαυτό μου. Να βάζω όρια, να λέω «στοπ» σε πράγματα που με ενοχλούν ή που δεν μου ταιριάζουν. Σκέφτηκα ότι, αφού μπορούσα να το υποστηρίξω οικονομικά -γιατί δεν έχουν όλοι αυτή τη δυνατότητα και γι’ αυτό αισθάνομαι τυχερή-, δεν είχα κανέναν λόγο να μην το κάνω. Δεν είχα τίποτα να χάσω.
Ζούμε σε μια κοινωνία που τρέχει διαρκώς και δεν σε αφήνει να χαρείς, να χαμογελάσεις, να πιεις έναν καφέ με έναν φίλο σου. Οι ρυθμοί είναι εξαντλητικοί. Πρέπει να ξυπνήσεις, να πας στη δουλειά, στο σούπερ μάρκετ, να πάρεις το παιδί από το σχολείο, να γυρίσεις σπίτι, να κάνεις δουλειές, να αφιερώσεις χρόνο στον σύντροφό σου, να ανταποκριθείς σε όλους τους ρόλους σου. Ολα είναι τόσο ασφυκτικά. Οταν δεν προλαβαίνεις να πάρεις μια ανάσα, πώς θα γίνεις καλύτερος άνθρωπος; Πώς θα σκεφτείς τι δεν σου κάνει καλό, ώστε να το αλλάξεις;
Πέρυσι έκανα την ταξιδιωτική εκπομπή «Χωρίς Πυξίδα» στην ΕΡΤ και είχα την ευκαιρία να μιλήσω με μεγαλύτερους ανθρώπους στα νησιά. Αυτό που κράτησα από όλους ήταν η σοφία τους. Σχεδόν όλοι μού έλεγαν το ίδιο: «Μην αφήνεις τον χρόνο να περνάει. Ζήσε τη στιγμή. Εμείς κάναμε λάθη». Αυτή η φράση μού έμεινε.
Στην Ελλάδα συχνά λέμε στους ανθρώπους πώς να ζήσουν: πότε να παντρευτούν, πότε να κάνουν παιδιά, πώς να είναι ευτυχισμένοι. Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να αποδεχτούμε τις διαφορετικές διαδρομές;
Εχει να κάνει με τη διαφορετικότητα του καθενός μας. Και αυτό αφορά τα πάντα: την προσωπική ζωή, τις επαγγελματικές επιλογές, όλα. Είναι αυτό που λέγαμε και πριν. Μας έχουν φορέσει στερεότυπα και δυσκολευόμαστε να τα αποτινάξουμε. Νομίζω ότι, ως κοινωνία, είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Γιατί να μη ζήσει ο καθένας όπως πραγματικά έχει ανάγκη; Γιατί πρέπει ο διπλανός του να τον ρωτήσει γιατί δεν έχει παντρευτεί ακόμη, γιατί δεν έχει κάνει παιδί ή γιατί δεν είναι στρέιτ; Γιατί να πρέπει να απολογείται; Κι έτσι οι άνθρωποι κλεινόμαστε στον εαυτό μας, γιατί, καλώς ή κακώς, επηρεαζόμαστε. Αναρωτιόμαστε μήπως έχουμε κάνει κάποιο λάθος, μήπως δεν πρέπει να πούμε κάτι, μήπως ο άλλος μας κρίνει. Ε, όχι. Δεν γίνεται να ζούμε για τους άλλους. Κι όμως, πολλές φορές αυτό κάνουμε. Ζούμε για τους άλλους και τελικά δεν ζούμε για εμάς. Επικρατεί ένα αλαλούμ. Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο ως κοινωνία. Μου θυμίζει τον Πύργο της Βαβέλ: ο καθένας μιλάει, αλλά λίγοι πραγματικά επικοινωνούν.
Τι κρατάς σήμερα από τη Θεσσαλονίκη, το χωριό και τα χρόνια που σε μεγάλωσαν οι παππούδες σου;
Πολύ όμορφες εικόνες. Κλείνω τα μάτια μου και θυμάμαι τα σορτσάκια που φορούσα, τα ματωμένα μου γόνατα γιατί έπεφτα συνέχεια από το ποδήλατο, να γυρνάω ξυπόλυτη μέσα στα νερά στα χωράφια με τα ρύζια του παππού μου, τα νερόφιδα που έβλεπα, τα βατράχια που έπιανα, τα κατσικάκια που τάιζα με το μπιμπερό, τη γιαγιά μου να φωνάζει: «Είναι 2 η ώρα, μην κάθεσαι στον ήλιο!», τα γεμιστά κολοκυθάκια που μόλις έβγαιναν από τον φούρνο. Μπορώ να μιλάω ώρες για όλα αυτά. Ξέρεις τι με στενοχωρεί; Οτι πολλά παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα στις πόλεις δύσκολα θα αποκτήσουν τέτοιες αναμνήσεις, γιατί περνούν αμέτρητες ώρες μπροστά σε μια οθόνη.
Εγώ στάθηκα τυχερή. Μεγάλωνα στην πόλη με την οικογένειά μου, αλλά οι παππούδες μου ζούσαν στο χωριό και ασχολούνταν με αγροτικές δουλειές. Ετσι έζησα αυτή την εμπειρία στο έπακρο. Θα ήθελα πολύ και το δικό μου παιδί να ζήσει κάτι αντίστοιχο. Μάλλον, όμως, αυτό δεν θα είναι εύκολο.
Μεγαλώνοντας αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τους γονείς μας;
Ναι. Για κάποιους προς το καλύτερο και για άλλους προς το χειρότερο.
Στη δική μου περίπτωση, μεγαλώνοντας κατάφερα να τους αποκωδικοποιήσω και, μέσα από την ψυχοθεραπεία, να τους συγχωρήσω. Υπήρχαν πράγματα που με πίεζαν και με ενοχλούσαν. Θυμάμαι πως, όταν ήμουν 16 ετών, το μόνο που σκεφτόμουν μέσα στο δωμάτιό μου ήταν πώς θα φύγω από αυτή την πόλη, πώς θα φύγω από αυτό το σπίτι. Με το μυαλό που είχα τότε ένιωθα ότι δεν με καταλάβαιναν. Αργότερα κατάλαβα και εκείνους και εμένα. Συγχώρησα και τους γονείς μου και τον εαυτό μου. Γονείς είναι, μας αγαπούν. Οχι όλοι, βέβαια – βλέπουμε καθημερινά τι συμβαίνει γύρω μας. Στη δική μου περίπτωση, όμως, με λάτρευαν και εξακολουθούν να με λατρεύουν.
Info: «Οικογένεια Τσεκμέ» του Τόλη Παπαδημητρίου. Περιοδεία σε όλη την Ελλάδα από 6/7 έως 7/9/2026. Σκηνοθεσία: Τόλης Παπαδημητρίου. Παίζουν: Τόλης Παπαδημητρίου, Πηνελόπη Πλάκα, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Αντώνης Στάμος, Αντώνης Καλομοιράκης, Αννη Θεοχάρη και η Μαρία Κίτσου.
