Μετά τα «Μπλουζ της Δευτέρας», ο Νάσος Αρώνης επιστρέφει δισκογραφικά με το άλμπουμ «Στο δάσος», μια δουλειά που ισορροπεί ανάμεσα στην ενδοσκόπηση και την εξωστρέφεια, με τη συμμετοχή ξεχωριστών ερμηνευτών.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Ο τραγουδοποιός μιλά στο «ENJOY» για τη μουσική, την αλήθεια των τραγουδιών και την ελπίδα που επιμένει να ανθίζει ακόμη και μέσα στις φωτιές.
Προτού εμφανιστείτε στη δισκογραφία ως τραγουδοποιός, ποια ήταν η πορεία σας;
Ξεκίνησα να γράφω πολύ πρόσφατα και αρκετά μεγάλος. Είχα μια εντελώς διαφορετική πορεία, μακριά από τη μουσική, τουλάχιστον με την έννοια της δημιουργίας. Ακουγα, βέβαια, πάντα ενεργητικά και με απόλυτη προσοχή, έπαιζα πάντα κιθάρα, αλλά δεν είχα γράψει ποτέ. Ολη η διαδρομή ενός ανθρώπου τον οδηγεί κάποια στιγμή εκεί που φτάνει. Ετσι κι εγώ, όταν άρχισα να γράφω τις πρώτες μου λέξεις, από κάπου τις είχα μαζέψει. Από όλα όσα είχα ζήσει φαντάζομαι και από το πώς «έγραψαν» μέσα μου.
Αρχίσατε ως στιχουργός και στη συνέχεια περάσατε στην ολοκληρωμένη τραγουδοποιία. Τι σας γοητεύει περισσότερο σήμερα: η δύναμη των λέξεων ή της μελωδίας;
Στο άλμπουμ συνυπάρχουν διαφορετικές φωνές και προσωπικότητες. Με ποια κριτήρια επιλέγετε κάθε ερμηνευτή; Βρίσκετε πρώτα τη φωνή ή το τραγούδι;
Πρώτα γράφω το τραγούδι, δεν έχω κάποιον ερμηνευτή στο μυαλό μου από πριν. Τα τραγούδια γεννιούνται μέσα από μία παράξενη διεργασία, σχεδόν μόνα τους. Οταν ολοκληρωθεί όμως ένα τραγούδι, τότε το ακούω και προσπαθώ να φανταστώ ποιος θα το έλεγε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τι σημαίνει αυτό: να το πει έτσι που να μεταφέρει το συναίσθημα του τραγουδιού και να φτάσει, να σημαδέψει και να πετύχει την καρδιά αυτών που θα το ακούσουν.
Το «Αυτή τη χρονιά», με τον Σπύρο Γραμμένο, μιλά για σχέδια και καινούργιες αρχές;
Οντως, ο ήρωας του τραγουδιού κάνει σχέδια και υπόσχεται καινούργιες αρχές, αλλά εμένα τουλάχιστον δεν με πείθει ιδιαίτερα! Μάλλον πρόκειται γι’ αυτές τις υποσχέσεις που πάντα δίνουμε και ποτέ δεν τηρούμε. Μάλλον πρόκειται για τον τρόπο που ζούμε όλοι, που πάντα κάτι μας βασανίζει, πάντα κάτι μας λείπει αλλά τελικά μαθαίνουμε να ζούμε με αυτό.
Στο «Τι έχω να περιμένω» η φωνή του Γρηγόρη Κλιούμη συναντά ένα πιο ροκ, σχεδόν πανκ ύφος. Υπήρχε πάντα μέσα σας (και) αυτή η πλευρά;
Αυτή είναι η μουσική που αγαπώ, αυτή είναι η μουσική που άκουγα απ’ όταν άρχισα να ακούω μουσική. Ροκ, κλασικό ροκ κυρίως, αλλά και πιο πανκ και progressive πράγματα. Απλώς δυσκολεύομαι να κάνω τέτοια μουσική. Αισθάνομαι ίσως ότι μιμούμαι κάτι που έχω μελετήσει και λατρέψει και δεν το δοκιμάζω συχνά. Στο «Τι έχω να περιμένω» όντως έχει βγει αυτή η πλευρά.
Το «Κι εγώ το ίδιο», που τραγουδάτε μαζί με την Joanna Drigo, χαρακτηρίζεται εξωστρεφές και ενωτικό. Πιστεύετε ότι η μουσική μπορεί ακόμα να μας φέρνει πιο κοντά σε μια εποχή έντονου διχασμού;
Σίγουρα. Η μουσική ενώνει. Μπαίνει ένα τραγούδι και ξαφνικά βρίσκονται όλοι, άγνωστοι, ν’ αγκαλιάζονται και να τραγουδάνε μαζί. Και τελικά είναι τρελό να εστιάζουμε όλη μας την προσοχή σε αυτά που μας χωρίζουν, ενώ είναι τόσα περισσότερα αυτά που μας ενώνουν, αυτά που όλοι θέλουμε είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια.
«Το παιδί του χειμώνα», που τραγουδά η Μυρτώ Βασιλείου, είναι ίσως το πιο ευαίσθητο τραγούδι του δίσκου. Ποιο ήταν το αρχικό συναίσθημα ή η εικόνα που το γέννησε;
Δεν μου αρέσει πολύ να μιλάω για τους στίχους μου ή να τους εξηγώ, έχω κι εγώ τα μυστικά μου. «Το παιδί του χειμώνα» είναι ένα ευαίσθητο παιδί που είναι εδώ κι όμως νιώθει πως δεν είναι εδώ… Ενα παιδί που δυσκολεύεται σε έναν κόσμο αγχωτικό. Δυσκολεύεται να λειτουργήσει, να ενταχθεί… Τα αγαπώ τα παιδιά αυτά, αγαπώ τους ανθρώπους που δυσκολεύονται σε μια πρακτική, απαιτητική πραγματικότητα.
Με την Κατερίνα Γεωργακοπούλου, που ερμηνεύει στο άλμπουμ σας το «Ετσι λοιπόν», συνεχίζετε μια συνεργασία που κρατά από τον πρώτο σας δίσκο. Τι είναι αυτό που σας συνδέει;
Με την Κατερίνα έχουμε όντως μια σπουδαία συνεργασία. Την αγαπώ πολύ, την εκτιμώ, μου αρέσουν η προσωπικότητά της και ο τρόπος που προσεγγίζει τα τραγούδια μου. Τα καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει τη σκέψη μου και βρίσκει έναν τρόπο να ερμηνεύει με όλα τα χαρακτηριστικά που θέλω, είναι σοβαρή, είναι ροκ, έχει βάθος και ξέρω ότι θα κάνουμε πολλά τραγούδια ακόμα μαζί.
Το κομμάτι «Τα ωραία τραγούδια» ερμηνεύεται από τον Μιχάλη Ατσάλη, με τον οποίο συνεργαστήκατε επίσης και στα «Μπλουζ». Τελικά τι κάνει ένα τραγούδι να παραμένει ωραίο και ζωντανό στον χρόνο;
Ο Μιχάλης είναι ένας απόλυτα καταλυτικός συνεργάτης μου. Τον θαυμάζω, τον σέβομαι απεριόριστα, τον θεωρώ τον καλύτερο κιθαρίστα στην Ελλάδα και είμαι τυχερός που έχουμε κάνει τόσα μαζί και που θα κάνουμε ακόμα περισσότερα στο μέλλον. Τι κάνει ένα τραγούδι να παραμένει ζωντανό στον χρόνο; Ωραία και δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση είναι η αγάπη του κόσμου, η οποία κερδίζεται όταν το τραγούδι είναι αληθινό και έχει κάτι βαθύτερο να πει. Αληθινό με την έννοια της ειλικρίνειας, ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα γνήσιο, χωρίς επιτήδευση και προσπάθεια για επιτυχία. Κάτι βαθύτερο, όχι με την έννοια της μεγάλης φιλοσοφίας, αλλά με την έννοια του να βρει εκείνες τις λέξεις που θα εκφράσουν κάτι που έχουμε νιώσει όλοι μας.
Στα «Βουνά του Ογιεκούνα» μιλάτε για την ανάγκη να δούμε τον κόσμο από λίγο πιο ψηλά. Εσείς, ως δημιουργός, τι προσπαθείτε να δείτε πιο καθαρά αυτή την περίοδο;
Τα «Βουνά του Ογιεκούνα» είναι ένα μέρος υπερβατικό, ανώτερο, που κυνηγάμε γιατί αυτό που ζούμε στην καθημερινότητα δεν είναι αρκετό. Αυτό που προσπαθώ να δω πιο καθαρά, όχι μόνο αυτή την περίοδο αλλά και πάντα, είναι όλη μου τη ζωή. Προσπαθώ να βελτιώνομαι, εξετάζω συνεχώς την πορεία μου, αμφισβητώ τον εαυτό μου, δεν έχω βεβαιότητες. Είμαι γεμάτος αμφιβολίες. Προσπαθώ να δω πιο καθαρά τι είναι πραγματικά σημαντικό, τι είναι πραγματικά δικό μου και τι είναι βάρος που πρέπει να αποβάλλω.
Το «Στο δάσος που καίγεται», που τραγουδάτε εσείς, αναφέρεται σε φωτιές κυριολεκτικές και συμβολικές, αλλά αφήνει χώρο στην ελπίδα. Είναι η ελπίδα κάτι που προκύπτει αβίαστα στη γραφή σας;
Οι καιροί ήταν πάντα δύσκολοι, δεν θυμάμαι ποτέ να μην ακούω το «είναι δύσκολοι καιροί». Αρα μάλλον δεν αλλάζει κάτι στους καιρούς, μάλλον η δυσκολία είναι μόνιμη. Λογικό. Ο άνθρωπος έχει να αντιμετωπίσει τόσο πολλά, πρακτικά και κυρίως υπαρξιακά… Η ελπίδα είναι το φως στην άκρη του τούνελ. Πιστεύω στην ελπίδα. Τη βλέπω στα μάτια των ανθρώπων που κυνηγάνε τα όνειρά τους, που ζούνε με πάθος, που διατηρούν την ενσυναίσθηση και την ευαισθησία τους.
Στο «Μπαρ», τέλος, επιλέγετε πάλι να ερμηνεύσετε εσείς ένα εξομολογητικό κομμάτι. Πότε νιώθετε ότι ένα τραγούδι πρέπει να το πει ο δημιουργός του;
Ειλικρινά, εγώ δεν θέλω να τραγουδάω κανένα κομμάτι. Αλλά με πιέζουν οι άλλοι! Το «Μπαρ» ειδικά, όμως, μου έλεγαν όλοι ότι πρέπει να το πω οπωσδήποτε, οπότε τους έκανα τη χάρη! Είναι αλήθεια ότι αυτός που γράφει το κομμάτι έχει ερμηνευτικό πλεονέκτημα, ξέρει ακριβώς τι έχει στο μυαλό του και το μεταφέρει πιο άμεσα. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδιστή. Αλλά αν όντως πιστέψω ότι ένα τραγούδι θα κερδίσει κάτι αν το πω εγώ, θα το πω!