Σε συμβιβασμό για τον κοινοτικό προϋπολογισμό της περιόδου 2014-2020 κατέληξαν οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. Η σχετική ανακοίνωση έγινε από την ιρλανδική προεδρία. Ο συνολικός προϋπολογισμός της Ε.Ε. ανέρχεται σε 960 δισ. ευρώ. Συνολικά 325 δισ. ευρώ προβλέπονται για τα διαρθρωτικά ταμεία που χρηματοδοτούν δράσεις στις πιο φτωχές περιφέρειες της Ε.Ε., ενώ 373 δισ. ευρώ θα επενδυθούν για τους φυσικούς πόρους της Ευρώπης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται η γεωργία και η αγροτική ανάπτυξη. Η αγροτική πολιτική θα απορροφήσει 278 δισ. Ευρώ.
Τα κράτη-μέλη συμφώνησαν να επανεξετάσουν το πλαίσιο χρηματοδότησης το 2016, υποβάλλοντας προτάσεις για ενδεχόμενη τροποποίηση της συμφωνίας. Ωστόσο, δεν κατάφεραν να βρουν λύση στο έλλειμμα του κοινοτικού προϋπολογισμού για το 2013, που ανέρχεται ήδη στα 11,2 δισ. ευρώ. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιρλανδίας και προεδρεύων του Συμβουλίου Υπουργών Εϊμον Γκίλμορ δήλωσε ότι είναι μία καλή μέρα για την Ευρώπη και είναι σημαντικό ότι βρέθηκε επιτέλους συμβιβαστική λύση για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού τα επόμενα χρόνια. Ο επίτροπος για τον προϋπολογισμό Γιάνους Λεβαντόφσκι επισήμανε ότι προσφέρει ευέλικτα εργαλεία χρηματοδότησης και επιτρέπει στις Βρυξέλλες να παράσχει βοήθεια σε έκτακτες περιπτώσεις, για παράδειγμα στους πληγέντες από τις πλημμύρες στην κεντρική Ευρώπη.
Ο συμβιβασμός των Βρυξελλών θα πρέπει να εγκριθεί και από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, κάτι που ακόμη δεν θεωρείται αυτονόητο. Πολλοί ευρωβουλευτές, ιδιαίτερα από την ομάδα των σοσιαλιστών και δημοκρατών, αντιδρούν στη συμφωνία των 997 δισ. ευρώ, εκτιμώντας ότι δεν επαρκεί για να καλύψει τις αυξανόμενες αρμοδιότητες και ανάγκες χρηματοδότησης της Ε.Ε. Να σημειωθεί ότι τον περασμένο Μάρτιο το Ευρωκοινοβούλιο είχε απορρίψει, και μάλιστα με πλειοψηφία 506 επί συνόλου 690 ψήφων, το πλαίσιο προϋπολογισμού. Αιτία ήταν οι μεγάλες μειώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό, καθώς πολλοί είχαν υποχωρήσει μετά τις πιέσεις της Βρετανίας, αλλά και η αίσθηση ευρωβουλευτών ότι οι εθνικές κυβερνήσεις δεν τους αντιμετώπιζαν «με τον προσήκοντα σεβασμό», θεωρούσαν δηλαδή δεδομένη τη συμφωνία τους.


