Πανηγυρικά επιβεβαιώνεται η είδηση που αποκάλυψε χθες η «δημοκρατία» για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος της εισαγγελέως Εφετών Γεωργίας Τσατάνη για τους χειρισμούς της στην υπόθεση της Λαϊκής Τράπεζας και του επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλου. Σήμερα, μάλιστα, η κυρία Τσατάνη καταθέτει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής σχετικά με τις καταγγελίες της σε βάρος του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δημήτρη Παπαγγελόπουλου.
Οπως αποκάλυψε η «δημοκρατία», η πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου άσκησε πειθαρχική αγωγή σε βάρος της κυρίας Τσατάνη και την παρέπεμψε ενώπιον του Επταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Μπορεί λοιπόν ο Θέμης Σοφός, δικηγόρος της κυρίας Τσατάνη, με αναρτήσεις του στο twitter να διέψευδε χθες την είδηση κάνοντας λόγο για «αναληθή» δημοσιεύματα και παραπληροφόρηση, ωστόσο η εγκυρότητά της είναι αδιαμφισβήτητη.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στην πειθαρχική αγωγή που ασκήθηκε σε βάρος της κυρίας Τσατάνη από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου τής καταλογίζεται ότι πράξεις της στον χειρισμό της υπόθεσης της Λαϊκής Τράπεζας συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα και ζητείται να της επιβληθεί από το Πειθαρχικό Συμβούλιο η δέουσα ποινή. Η κυρία Θάνου, σύμφωνα με πληροφορίες, συμφωνώντας με την πρόταση της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, έκρινε ότι η κυρία Τσατάνη πρέπει να ελεγχθεί πειθαρχικά για τα παραπτώματα της τέλεσης ασυμβίβαστων προς το αξίωμά της πράξεων, που θίγουν το κύρος της ίδιας και της Δικαιοσύνης (άρθρο 91, παρ. 1, ν. 1756/1988), και της παράβασης διάταξης που αναφέρεται στην απονομή της δικαιοσύνης (άρθρο 91, παρ. 2, περ. 2 του ίδιου νόμου). Επιπλέον, η κυρία Θάνου συμπλήρωσε την πρόταση της κυρίας Καρέλλου με το πειθαρχικό παράπτωμα της παρ. 2, εδ. Β’ του άρθρου 91 του ίδιου νόμου που αφορά παράβαση διάταξης που αναφέρεται στην απονομή της δικαιοσύνης.
Οπως αποκάλυψε η «δημοκρατία», δύο πράξεις της κυρίας Τσατάνη κρίθηκαν πειθαρχικά ελεγκτέες: πρώτον, η αφαίρεση από τους εισαγγελείς Διαφθοράς (παρότι αποκλειστικά αρμόδιοι) της δικογραφίας που χειρίζονταν για τη Marfin Bank, και μάλιστα μία ημέρα μετά την ενημέρωση που είχε από την εισαγγελέα Διαφθοράς Ελένη Ράικου ότι είχε περαιωθεί με τη λήψη εξηγήσεων «υπόπτων», και, δεύτερον, το γεγονός ότι στη διάταξη αρχειοθέτησης της έρευνας συμπεριέλαβε το αδίκημα της δωροδοκίας του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου από στέλεχος της τράπεζας Marfin, παρότι είχε συμφωνηθεί να αναμένει γι’ αυτό τα πορίσματα των Κύπριων συναδέλφων της. Σύμφωνα με πληροφορίες, στην κυρία Τσατάνη καταλογίζεται ότι με τις πράξεις αυτές δημιούργησε ερωτήματα ως προς την ορθότητα και τη σκοπιμότητα της διαδικασίας και των χειρισμών της και έδωσε το δικαίωμα για τη δημιουργία αρνητικών σχολίων από πολλά ΜΜΕ, με αποτέλεσμα να πληγεί το κύρος της ίδιας και της Δικαιοσύνης.


