Είναι γεγονός ότι οι συνδικαλιστές και οι πάτρωνές τους, κατά παράδοσιν ανήκοντες στη σοσιαλίζουσα, σταλινική ή «ανανεωτική» Αριστερά, έχουν προσβάλει, προκαλέσει, ταλαιπωρήσει και εκμεταλλευτεί τον ελληνικό λαό. Τους αναλογεί μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάντια της χώρας και για τη δυσλειτουργία του πολύπαθου δημόσιου τομέα. Το βασικό πρόβλημα στη συμπεριφορά τους είναι η αντιμετώπιση της δημόσιας περιουσίας και των λειτουργιών της ως ιδιοκτησίας τους! Δυστυχώς, αυτό το σύμπτωμα της βαριάς συλλογικής νόσου επί σειράν ετών θεωρούνταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας και όσο βρισκόμασταν μακριά από την κρίση ουδείς είχε το σθένος και την αρετή να το αμφισβητήσει.
Τα δεινά που επέφερε στην πατρίδα η αδικαιολόγητη κυριαρχία τους στον κοινωνικό και πολιτικό βίο δεν χρειάζονται περιγραφή. Τα ζούμε καθημερινά. Το θετικό από την πρόσφατη ελληνική περιπέτεια είναι ότι οι «συνδικαλιστοπατέρες» δεν διαθέτουν πλέον ηθική νομιμοποίηση στα μάτια του λαού. Ωστόσο, πάντοτε παραμένουν επικίνδυνοι και μπορούν να λειτουργήσουν όλως επιβλαβώς για το δημόσιο συμφέρον.
Το κακό σενάριο μπορεί να «απενεργοποιηθεί» υπό μίαν μόνο προϋπόθεση: ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός που θα αντιμετωπίζουν οι εκάστοτε θρασύδειλοι επιτήδειοι να είναι πολιτικός – με όλη τη σημασία της λέξης.
Δηλαδή, θα πρέπει να έχει εργαστεί στη ζωή του και να διαθέτει ουσιαστικές εμπειρίες δράσεως επί του πεδίου της οικονομίας· να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως ζωντανό σύνολο, που δρα και αντιδρά, και όχι σαν εξίσωση σε λογιστικό φύλλο. Οι προϊστάμενοι υπουργείων, που προέρχονται από κομματικά «θερμοκήπια», δεν έχουν νιώσει τις αγωνίες και δεν κατανοούν τα αιτήματα και τα προβλήματα του κόσμου, λειτουργούν, θέλοντας και μη, ως πολλαπλασιαστές προβλημάτων. Η παρουσία τους στα πράγματα φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκει κάθε κυβέρνηση.
Γι’ αυτό η πάταξη του νοσηρού συνδικαλιστικού «τσιφλικαδισμού» κρίνεται τόσο απαραίτητη όσο και η ανάθεση της ευθύνης διαχείρισης κρίσιμων τομέων και λειτουργιών του Δημοσίου σε αληθινούς, πεπειραμένους και ακέραιους πολιτικούς.
Αυτονόητα τα παραπάνω, αλλά παραμένουν ζητούμενα.

