Τo δάνειο στήριξης 90 δισ. ευρώ προκαλεί ακόμα ένα βαθύ πολιτικό και στρατηγικό ρήγμα στην Ενωση
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης να χορηγήσει δάνειο στήριξης ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία για το 2026, την οποία παρουσίασε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν την Τετάρτη, έχει στόχο τη χρηματοδότηση του κρατικού προϋπολογισμού του Κιέβου, αλλά κυρίως των αμυντικών του δυνατοτήτων.
- Παρίσι, Μαρία Δεναξά
Ωστόσο, προκαλεί άλλο ένα βαθύ πολιτικό και στρατηγικό ρήγμα στο εσωτερικό της Ενωσης, που δεν αφορά μόνο τις τεχνικές λεπτομέρειες της χρηματοδότησης, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, της αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής και της σχέσης της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οπως ανακοινώθηκε, από τα 90 δισ. ευρώ, τα 60 δισ. προορίζονται για στρατιωτικές προμήθειες, ενώ τα υπόλοιπα 30 δισ. θα καλύψουν δημοσιονομικές ανάγκες της Ουκρανίας υπό όρους μεταρρυθμίσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διευκρινίσει ότι «προτεραιότητα θα δοθεί στους Ευρωπαίους προμηθευτές, ωστόσο θα υπάρχει δυνατότητα προσφυγής σε αγορές εκτός Ε.Ε., εφόσον η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν μπορεί να καλύψει συγκεκριμένες επιχειρησιακές ανάγκες». Η διατύπωση αυτή, που επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ πολιτικής βούλησης και επιχειρησιακής πραγματικότητας, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις κυρίως μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.
Αμυντικές προμήθειες
Η Γαλλία προωθεί σταθερά την ιδέα μιας αυστηρής «ευρωπαϊκής προτίμησης» στις αμυντικές προμήθειες, επιδιώκοντας να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και κατά συνέπεια η γαλλική και να περιοριστεί η εξάρτηση από τρίτες χώρες, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο δόγμα της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας», το οποίο ο Εμανουέλ Μακρόν έχει επανειλημμένα θέσει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης.
Για το Παρίσι το δάνειο προς την Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς εργαλείο στήριξης ενός εταίρου σε πόλεμο, αλλά και μοχλό βιομηχανικής και γεωπολιτικής αναδιάταξης εντός της Ευρώπης. Αντίθετα, η Γερμανία και χώρες όπως η Ολλανδία αντιμετωπίζουν το ζήτημα πρωτίστως υπό το πρίσμα της άμεσης στρατιωτικής αποτελεσματικότητας.
Υποστηρίζουν ότι η Ουκρανία πρέπει να έχει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία στην επιλογή προμηθευτών, ιδίως σε τομείς όπου οι ευρωπαϊκές δυνατότητες παραμένουν περιορισμένες ή όπου οι αμερικανικές εταιρίες διαθέτουν πλήρως λειτουργικά και άμεσα διαθέσιμα συστήματα, όπως η αντιαεροπορική άμυνα και τα προηγμένα οπλικά συστήματα. Η επιχειρηματολογία αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι καθυστερήσεις ή οι περιορισμοί στις προμήθειες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιχειρησιακή ικανότητα της Ουκρανίας σε ένα περιβάλλον υψηλής έντασης. Πέρα από το επιχειρησιακό σκέλος, η αντιπαράθεση έχει έντονη οικονομική και βιομηχανική διάσταση.
Πάροχος βοήθειας
Η Γερμανία έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πάροχο διμερούς βοήθειας προς την Ουκρανία και επιδιώκει να μετατρέψει αυτή τη στήριξη σε μεγαλύτερο μερίδιο για την εγχώρια αμυντική της βιομηχανία στις μελλοντικές παραγγελίες. Το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία σε χώρες όπως η Γαλλία, οι οποίες εκτιμούν ότι μια χαλαρή ερμηνεία της «ευρωπαϊκής προτίμησης» θα οδηγήσει είτε σε ενίσχυση των αμερικανικών προμηθευτών είτε σε περαιτέρω συγκέντρωση συμβολαίων στη γερμανική αγορά.
Ωστόσο, το Παρίσι έχει λίγους υποστηρικτές. Η πλειονότητα των κρατών-μελών τάσσεται υπέρ μιας ευέλικτης προσέγγισης, ενώ η αυστηρή γαλλική γραμμή βρίσκει περιορισμένη στήριξη, κι αυτό καθιστά δύσκολη τη μετατροπή της σε δεσμευτικό ευρωπαϊκό κανόνα. Η διάσταση απόψεων μεταξύ Γαλλίας – Γερμανίας και των δορυφόρων της αναδεικνύει ακόμα μία φορά το ευρύτερο δομικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον τομέα της άμυνας: η Ενωση διαθέτει πλέον κοινά χρηματοδοτικά εργαλεία και μηχανισμούς δανεισμού, αλλά εξακολουθεί να στερείται ενιαίας αντίληψης για το πώς πρέπει να αναπτυχθεί η αμυντική της ικανότητα και ποιος θα ελέγχει τους κρίσιμους βιομηχανικούς και τεχνολογικούς πυλώνες της ασφάλειας.

