➜ «Κάνει κι ένα κρύο σήμερα, ε;» με ρωτάει χθες με ανήσυχο βλέμμα ένα παλικάρι στη γειτονιά στο Παλαιό Φάληρο, που κρατάει μαγαζί με σούπες. «Δεν βαριέσαι, αδερφέ» του λέω κι εγώ. «Συνηθισμένα τα βουνά…» «Απ’ τον Βορρά;» με ξαναρωτάει. «Καστοριά» απαντώ. «Εσύ;» «Σαλονίκη» μου λέει. Δώσαμε τα χέρια εγκάρδια και λύθηκε το άγχος του που νόμισε ότι είχε μπλέξει με κάναν τρελό, που μπήκα στο μαγαζί του -δυο βήματα απ’ το σπίτι- με το κοντομάνικο…
- Του Γιώργου Χατζηδημητρίου
➜ Μερικές φορές τα πράγματα δεν είναι τόσο δύσκολα όσο προαναγγέλλονται. Οσο κι αν το κλίμα έχει δραματικά αλλοιωθεί, δεν ζούμε (ακόμη…) ούτε στη Σαχάρα ούτε και στη Σιβηρία. Ομως οι μετεωρολόγοι φαίνεται πως έχουν πάρει τον ρόλο τους σοβαρότερα απ’ όσο, ίσως, θα έπρεπε. Στο τσιπουράδικο της γειτονιάς όπου μαζευόμαστε και τα πίνουμε τα Σάββατα «αρματώνοντας» όταν έρθει η ώρα τα οργανάκια μας («τα ζητιανόξυλα», όπως τα αποκαλεί ένας ομοτράπεζος…) για αγαπημένα ρεμπέτικα και λαϊκά, το διασκεδάζουμε στην παρέα με αυτό το νέο είδος τρομοκρατίας που ασκείται «στις μάζες»: την τρομοκρατία του μετεωρολογικού δελτίου.
➜ «Πάντα οι τυφώνες έχουν γυναικεία ονόματα» γράφει σε ένα ποίημά του ο Νίκος Καββαδίας. Αποδεκτή η ποιητική μεταφορά. Αυτοί όμως, οι σημερινοί, καλλιεργώντας ανησυχία και φόβο, βαφτίζουν συνηθισμένα καιρικά φαινόμενα με κάτι επίφοβα ονόματα και μιλάνε με τεχνικούς, ακατάληπτους όρους, όπως οι μάγοι της φυλής, για επικείμενες επιδεινώσεις, από τις οποίες θα είναι ζήτημα αν τη γλιτώσουμε…
➜ Πολύ συχνά, βέβαια, όπως και οι σεισμολόγοι, διαφωνούν μεταξύ τους. Ομως αυτό δεν περιορίζεται εντός επιστημονικών ορίων. Απλώνουν την «μπουγάδα» τους σε κοινή θέα, προσφέροντας ένα ελάχιστα κολακευτικό θέαμα. Και, βέβαια, πολλές προβλέψεις τους καταλήγουν «στον κουβά», αφού όμως προηγουμένως έχουν ολοκληρώσει έναν υποβλητικό κύκλο πανικού.
➜ Στην πατρίδα μου, στον Βορρά, όταν το καλοκαίρι μάς αποχαιρετούσε, οι άνθρωποι τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη έκαναν νοικοκυρεμένα τις προμήθειές τους, στοίχιζαν επιμελώς στην πίσω αυλή τα ξύλα κι εύχονταν μετά «καλό χειμώνα»! Ας υπήρχε φτώχεια. Τα περισσότερα σπίτια είχαν ένα σακί πατάτες -πηγαίναμε επί τούτου με το φορτηγό του πατέρα στην Οξυά, ένα χωριό σημαδεμένο απ’ τον Εμφύλιο στις υπώρειες στο Βίτσι-, δυο νταμιτζάνες μπρούσκο κρασί ξινόμαυρο δικό μας κάτω από τη σκάλα και δυνατό τσίπουρο, χρήσιμο και για τα ποντς που του ετοίμαζε κάθε πρωί στη μασίνα η μάνα.
➜ Μεριμνούσαν μετά οι νοικοκυρές για τις σάλτσες, τα τουρσιά τους και τα λάχανα στην άλμη που απαιτούσαν οι σαρμάδες και οι λαχταριστές αρμιόπιτες, και στις «γουρουνοχαρές», κοντά στα Χριστούγεννα, αποθήκευαν το κρέας, τα λουκάνικα, τις τσιγαρίδες και το λίπος για τις πίτες της χρονιάς.
➜ Το χιόνι τότε κάλυπτε το ύψος ενός μέσου ενήλικα. Ομως κανείς δεν παραπονιόταν. Φυσικά τα σχολεία δεν έκλειναν ποτέ, καθώς κάθε γειτονιά έβγαινε με τα φτυάρια στους δρόμους κι άνοιγε… ορύγματα. Μοναδική μας υποχρέωση, ημών των μαθητών, να κουβαλά καθείς κι από ένα ξύλο για τη σόμπα του σχολείου.
➜ Προς τι οπότε ο πανικός; Με τα χρόνια έχω πειστεί πως η διάχυση του φόβου συνιστά ακόμα ένα υποδόριο εργαλείο για τον υποσυνείδητο έλεγχο και την υπαγόρευση συντηρητικών κοινωνικών συμπεριφορών. Οποιος αμφιβάλλει ας θυμηθεί τι συνέβη στην πραγματικότητα με τα εμβόλια. Για μας τους ανθρώπους υπήρχαν σε επάρκεια και υπό συνθήκες εγκλεισμού. Για τα πρόβατα που πραγματικά σήμερα τα χρειάζονται το Μαξίμου ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει ανάγκη. Η αλήθεια όμως είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις την πληρώνει το «κοπάδι»…
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «δημοκρατίας»

