Ανθρώπινες ζωές χάνονται όταν οι προειδοποιήσεις αγνοούνται, οι υποδομές απαξιώνονται και οι «άριστοι» σφυρίζουν αδιάφορα μέχρι την επόμενη τραγωδία
H έννοια του συνδικαλισμού στη χώρα κουβαλά εδώ και χρόνια ένα βαρύ φορτίο απαξίωσης, ως αποτέλεσμα αρκετών παραγόντων αλλά σίγουρα όχι άδικα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ίδιοι οι συνδικαλιστές συνέβαλαν στην αποδόμηση της θεσμικής τους ιδιότητας και του ρόλου που όφειλαν να υπηρετούν, καταφέρνοντας να θέσουν απέναντί τους ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.
Το φαινόμενο των λεγόμενων… εργατοπατέρων «άνθισε» τις προηγούμενες δεκαετίες, άνθρωποι, αποκομμένοι από τη βάση, βολεμένοι συνήθως μέσα από διάτρητες διαδικασίες, φορείς μιας μικροεξουσίας, καταλάμβαναν τους δημόσιους φορείς και αναπαρήγαγαν συντεχνίες αντί να υπερασπίζονται το δημόσιο συμφέρον. Πρόσωπα με ελάχιστες εργατοώρες που προέτασσαν προσωπικές φιλοδοξίες, κομματικές εξαρτήσεις ή μικροσυμφέροντα, θυσιάζοντας και εκφυλίζοντας συχνά την αξιοπιστία των αγώνων και των συλλογικών διεκδικήσεων.
Η εικόνα αυτή παγιώθηκε και γιγαντώθηκε με τα χρόνια, αντικατοπτρίστηκε σε συγκεκριμένες φιγούρες και διαμόρφωσε μια κοινωνική καχυποψία και ένα αποκρουστικό αίσθημα. Κάθε κινητοποίηση αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία. Κάθε καταγγελία θεωρούνταν υπερβολή. Κάθε απεργία βαφτιζόταν συντεχνιακή. Ετσι, ο συνδικαλιστικός λόγος έπαψε σε μεγάλο βαθμό να λειτουργεί ως θεσμικό καμπανάκι κινδύνου και μετατράπηκε -στα μάτια της κοινωνίας αλλά και της εξουσίας- σε ενοχλητικό θόρυβο κάποιων λίγων.
Ομως, αυτή η απαξίωση, με ευθύνη των ισόβιων προθύμων του συνδικαλισμού που φρόντιζαν πάντα να τα έχουν καλά με την εκάστοτε εξουσία, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι. Διότι, όταν οι καταγγελίες σε πολλές περιπτώσεις αφορούν την ασφάλεια ανθρώπινων ζωών, όταν μιλούν οι ίδιοι οι πραγματικοί εργαζόμενοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των υποδομών, καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να κλείνει τα αυτιά της ή να στρέφει υποτιμητικά το βλέμμα της.
Η υποχρέωση της Πολιτείας δεν είναι να αξιολογεί προθέσεις, αλλά να ελέγχει κινδύνους και να προστατεύει ζωές. Και τα τελευταία χρόνια μόνο αυτό δεν έγινε. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα ήρθε από τον αέρα. Το επικίνδυνο περιστατικό στο FIR Αθηνών και το πολύωρο black out στα αεροδρόμια, με τα προβλήματα στα συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, αποκάλυψε ακόμα μία φορά το τεντωμένο και σαθρό «σχοινί» πάνω στο οποίο λειτουργούν κρίσιμες κρατικές δομές. Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν προειδοποιήσει δημόσια για την παλαιότητα των κρίσιμων ασυντήρητων συστημάτων, τη χρόνια αδιαφορία, την έλλειψη ασφάλειας στις πτήσεις και τη σοβαρή υποστελέχωση. Είχαν χτυπήσει το καμπανάκι, αλλά η κυβέρνηση πάτησε ξανά το… mute. Όταν το τεχνικό πρόβλημα εμφανίστηκε, η επίσημη απάντηση ήταν άμεση και καθησυχαστική: «Δεν υπήρξε ουδέποτε κίνδυνος».
Ωστόσο, η προχειρότητα, η άγνοια και η αδιαφορία επισκίασαν οποιοδήποτε αφήγημα καθώς εβδομάδες μετά στο κυβερνητικό επιτελείο όχι μόνο αποδείχθηκε ότι παρέμεναν προκλητικά αδρανείς στα σήματα κινδύνου αλλά ακόμη και σήμερα αγνοούν να εντοπίσουν την αιτία που προκάλεσε ένα black out που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανείπωτο θρίλερ.
Ακόμα μία φορά το ζήτημα της διασφάλισης της ασφάλειας τέθηκε εκ των υστέρων και όχι προληπτικά. Το ίδιο μοτίβο είχε ήδη γραφτεί με μελανά χρώματα στα Τέμπη. Εκεί, οι προειδοποιήσεις ήταν συνεχείς, έγγραφες και κάθε φορά πιο αγωνιώδεις. Μηχανοδηγοί, τεχνικοί και σωματεία είχαν καταγγείλει την ανυπαρξία τηλεδιοίκησης, τη μη λειτουργία φωτοσήμανσης, την υποστελέχωση και την επικίνδυνη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου. Εξώδικα είχαν αποσταλεί στο υπουργείο Μεταφορών. Δημόσιες ανακοινώσεις είχαν προηγηθεί. Ακόμη και απεργιακές κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με ρητή προειδοποίηση ότι «το σύστημα δεν είναι ασφαλές». Τίποτα δεν άλλαξε.
Στις 28 Φεβρουαρίου του 2023 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους διότι δύο τρένα βρίσκονταν σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης για 15 λεπτά. Ομως, και μετά την τραγωδία, η Πολιτεία… μπαζώνοντας αναζήτησε γρήγορα ένα «ανθρώπινο λάθος», επιχειρώντας να περιορίσει τις ευθύνες σε ένα πρόσωπο, την ώρα που η ζοφερή πραγματικότητα αποκαλυπτόταν αναδεικνύοντας το μέγεθος της ανυπαρξίας. Γιατί το πολύνεκρο δυστύχημα δεν ήρθε από μια στιγμή αστοχίας, αλλά από μια διαχρονική εγκατάλειψη και μια νοσηρή νοοτροπία που στοιχειώνει τους πολίτες της χώρας.

Η ίδια λογική αδράνειας καταγράφεται και σε άλλους κρίσιμους τομείς που αφορούν άμεσα την ανθρώπινη ζωή. Ενδεικτικό παράδειγμα, το… πολύπαθο ΕΚΑΒ, οι εργαζόμενοι σε κάθε ευκαιρία προειδοποιούν για τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό και οχήματα. Σε σειρά περιστατικών, ιδίως σε επαρχιακές περιοχές και σε περιόδους αιχμής, ασθενείς κατέληξαν περιμένοντας διακομιδή, με τις καθυστερήσεις να συνδέονται ευθέως με την έλλειψη διαθέσιμων ασθενοφόρων. Οι καταγγελίες και πάλι δημόσιες. Η αδιαφορία κυνική. Οι απώλειες πραγματικές. Κι όσοι «ενοχλητικοί» φώναζαν ήταν στιγματισμένοι με τη στάμπα του «επαγγελματία συνδικαλιστή».
Παρόμοια εικόνα εγκατάλειψης και στα νοσοκομεία, με γιατρούς και νοσηλευτές να καταγγέλλουν επανειλημμένα εξαντλητικές εφημερίες, παλαιές υποδομές και ανεπαρκή συντήρηση κρίσιμων συστημάτων. Η κυβέρνηση «προσπερνά» τις φωνές τους, τις αποδίδει στη «μιζέρια» τους και όταν συμβεί κάτι οδυνηρό, σπεύδει να πράξει εκ των υστέρων.

Αναμφίβολα, και ο τομέας της πολιτικής προστασίας παίρνει επάξια δυστυχώς τη δική του θέση σε αυτό το προκλητικό μοτίβο που ακολουθεί το Μέγαρο Μαξίμου. Οι πρόσφατες εικόνες ντροπής σε περιοχές της Αττικής δεν ήρθαν ως φυσικό φαινόμενο αλλά ως αποτέλεσμα μιας εγκληματικής αδιαφορίας που αρνείται πεισματικά να προλάβει τις τραγωδίες και να εφαρμόσει όσα την καλούν οι αρμόδιοι φορείς.
Τα αντιπλημμυρικά έργα αγνοούνται, όπως και κάθε ψήγμα πολιτικής βούλησης στην άναρχη και πρόχειρη δόμηση. Επιστημονικές μελέτες υπάρχουν. Προειδοποιήσεις έχουν γίνει. Εργα όμως πρόληψης είτε δεν ολοκληρώθηκαν είτε δεν άρχισαν ποτέ. Οταν οι καταστροφές ήρθαν, η απάντηση ήταν γνωστή: «Πρωτοφανή φαινόμενα», «κλιματική κρίση». Οι πυρκαγιές αποτελούν επίσης ένα πολύνεκρο παράδειγμα της κρατικής αδιαφορίας. Οι κίνδυνοι επισημαίνονται επαρκώς από τους καθ’ ύλην αρμοδίους κάθε χειμώνα, οι εκκλήσεις για προετοιμασία και αντιπυρικό σχεδιασμό αδιάκοπες, η στάση της κυβέρνησης και των αρμόδιων υπουργείων πληκτικά προβλέψιμη. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι κάθε συμβάν ξεχωριστά.
Το κοινό νήμα όλων αυτών των περιπτώσεων είναι σαφές. Είναι το μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Μια κυβέρνηση που σπεύδει να ακούσει μόνο όταν είναι αργά, που μετατρέπει τις προειδοποιήσεις σε ενόχληση και την πρόληψη σε πολυτέλεια. Ενα κράτος που δεν μαθαίνει από τα λάθη του, αλλά τα ανακυκλώνει ως εργαλείο επιβίωσης. Οσο αυτό το μοτίβο της αδιαφορίας παραμένει άθικτο, καμία τραγωδία δεν μπορεί να θεωρείται η τελευταία, απλώς η επόμενη εκκρεμεί.


