Ενοχη σιωπή για το θέμα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη ομιλία του στο Μνημείο Ολοκαυτώματος. Κάνει πως ξεχνά το πάγιο αίτημα κάθε Ελληνα
Στο μείζον θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων η Ελλάδα κατάφερε να αντιφάσκει με τον εαυτό της. Ενώ η νομική πραγματικότητα απαιτεί αποζημιώσεις, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός θεωρούν το θέμα λήξαν. Με ποια λογική ο Πρόεδρος Τασούλας αρνείται όχι να απαιτήσει, αλλά έστω να θίξει το θέμα με τις γερμανικές αποζημιώσεις ακόμα και στη χθεσινή ομιλία του στο Μνημείο Ολοκαυτώματος στο Θησείο;
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Με την ίδια «προσωπική» λογική που πορεύεται τόσα χρόνια τώρα στην πολιτική. Ο Κώστας Τασούλας έχτισε μια καριέρα που τον κάθισε μέχρι και στην Προεδρία της χώρας πάνω στην κολακεία. Ξεκινώντας ως δήμαρχος στην Κηφισιά, μηνύθηκε για εκβιασμό αλλά δεν δικάστηκε ποτέ. Μετά έγινε βουλευτής, υφυπουργός και υπουργός, καταφέρνοντας να μην ξεχωρίσει σε τίποτα.
Στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας πρακτικά δεν εκλέχτηκε, διορίστηκε από τον Μητσοτάκη. Κι έκτοτε καταβάλλει εντατικές προσπάθειες πάνω στη μοναδική του ειδικότητα, να γίνεται αρεστός. Πρωτίστως στον πρωθυπουργό, που τον διόρισε κομματάρχη, και κατ’ επέκταση σε οποιαδήποτε στάση ή θέση που εξυπηρετεί το αφήγημα της στιγμής. Το ζήτημα της Ελλάδας με τις γερμανικές αποζημιώσεις δεν έχει να κάνει μόνο με χρήματα. Το οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό κομμάτι συνδέονται και καταλήγουν σε ένα ξερό γεγονός: Οσο η Γερμανία αρνείται ετσιθελικά το αδιαμφισβήτητο χρέος της στην Ελλάδα τόσο η δίκαιη δυναμική ισχύος ανάμεσα στις δύο χώρες δεν θα αποκαθίσταται.
Σύμμαχοι, «φίλοι» και ισότιμα μέλη της Ε.Ε. όταν το ένα κράτος περιφρονεί το άλλο, δεν υφίστανται. ΝΟ Τασούλας, όμως, ενώ ασφαλώς καταλαβαίνει ότι στη βάση του πρόκειται για θέμα αποκατάστασης μιας ανισότητας -η «ισχυρή» Γερμανία αρνείται αλαζονικά ενώ νομικά η «αδύναμη» Ελλάδα έχει δίκιο-, με τη σιωπή του φροντίζει να χρωματίσει τις αποζημιώσεις ως αδύνατες και «ξεχασμένες». «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας» λέει η ατάκα, φτάνει να μην τους θυμίζεις τις υποχρεώσεις τους. Και ο Τασούλας έφτασε εκεί που έφτασε στην πολιτική τιμώντας διάφορες φιλίες, όχι χαλώντας καρδιές για το δίκιο κι άλλες τέτοιες… λεπτομέρειες. Αυτές τις μέρες είναι η επέτειος των 30 χρόνων από την ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, στις 22 Ιανουαρίου 1996. Χθες ήταν και η Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος.
Ο Τασούλας κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο Ολοκαυτώματος στο Θησείο κι έβγαλε λόγο: «Στοιχειώδες χρέος μας να θυμόμαστε». Αλλά τον ελέφαντα στο δωμάτιο, δηλαδή τα δισεκατομμύρια των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα, ξέχασε να τα αναφέρει. Κανονικοποιεί έτσι τη διαχρονικά αξιοθρήνητη και αναίσθητη επιμονή της Γερμανίας να κρύβεται πίσω απ’ το δάχτυλό της για τα εγκλήματά του καγκελάριου Χίτλερ και των ψηφοφόρων του που του έδωσαν την εξουσία.
«Το κακό ποτέ δεν ηττάται αμετάκλητα, εκτός εάν λειτουργήσει το ισχυρό αντίδοτο της μνήμης. Μόνο όταν θυμόμαστε, μόνο όταν όλο αυτό το μαρτύριο περάσει στη συλλογική μας μνήμη, τότε μόνο μπορεί να μην επαναληφθεί. Το στοιχειώδες μας χρέος, επαναλαμβάνω, είναι αυτό. Να θυμόμαστε ώστε το “δεν ξεχνώ” να αποτελεί έναν θώρακα απέναντι στο κακό που πάντα ελλοχεύει» δήλωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μάλλον γενικόλογα και διεκπεραιωτικά.
Απέναντι στην απαίτηση των γερμανικών αποζημιώσεων, που υπενθύμισε χθες η «δημοκρατία» με το πρωτοσέλιδό της, το Βερολίνο στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά αληθινή νομική δύναμη, πέρα από την κοροϊδία και τις προσβολές. Το γερμανικό αφήγημα ότι «το ζήτημα θεωρείται λήξαν» βασίζεται πάνω σε μια Συμφωνία που υπογράφτηκε στο Παρίσι το 1990, τη λεγόμενη Συνθήκη δύο συν τέσσερις. Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση υπέγραψαν τότε ότι παραιτούνται από απαιτήσεις τους απέναντι στη Γερμανία. Εκτοτε το Βερολίνο υποστηρίζει αυθαίρετα ότι το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα έκλεισε τότε κι ας μην υπέγραψε ποτέ η Ελλάδα τη συγκεκριμένη Συνθήκη.
Αντί ο Τασούλας να αντιμετωπίσει τη ζωντανή απαίτηση για τις αποζημιώσεις ως μέτρο του τεράστιου πλούτου που βούτηξε η Γερμανία από την Ελλάδα -το κόστος σε ανθρώπινες ζωές παραμένει απροσμέτρητο-, καταπίνει το αίτημα και παριστάνει ότι δεν υπάρχει. Αλλά αυτό είναι ένα γενικότερο πρόβλημα του Προέδρου Τασούλα. Δεν είναι ποτέ συντονισμένος με τις απαιτήσεις των πολιτών. Ως πρόεδρος της Βουλής επικύρωνε τα μαγειρέματα της κυβέρνησης για να αλλάζουν τη σύνθεση των ανεξάρτητων Αρχών. Επέτρεπε να καταστρατηγείται ο κανονισμός της Βουλής σε όλες τις εξεταστικές επιτροπές. Βοήθησε στο κουκούλωμα των υποκλοπών, όταν απαγόρευσε στον Ράμμο να ενημερώσει τη Βουλή για τις υποκλοπές, αποκαλώντας τον «αυτόκλητο καλεσμένο».
Κατηγορήθηκε από γονείς των Τεμπών για απόκρυψη δικογραφίας. Εδωσε βήμα στους ναζιστές του Αζόφ μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Μετά τον σάλο, παρίστανε πως δεν γνώριζε. Οσο άχρωμος, υποτονικός και ρομποτικός είναι σήμερα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Τασούλας, τόσο εμπρηστικός και μαχητικός ήταν όταν από τη θέση του προέδρου της Βουλής λειτουργούσε σαν ομαδάρχης του Μητσοτάκη. Στα σοβαρά θέματα, όπως στις πολεμικές αποζημιώσεις, ο Τασούλας προτιμά να κάνει τον κουτό. Αλλά επειδή μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι ξέρουν να παριστάνουν τον κουτό, γνωρίζει πολύ καλά τι είδους υπηρεσίες προσφέρει με τη σιωπή του. Μια χώρα που δεν διεκδικεί τα εθνικά της δίκαια αλλά τα αυτοακυρώνει δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ως ισότιμη και αξιοπρεπής από τις άλλες. Αυτή είναι η συμβολή του Προέδρου;
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ
Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1959. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και το 1988 εργάστηκε σε δικηγορική εταιρία στο Λονδίνο. Διετέλεσε ιδιαίτερος γραμματέας του Αβέρωφ το 1981-90 και το 1990-93, επί Κων. Μητσοτάκη, ήταν πρόεδρος του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών. Το 2013-14 ήταν πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής». Εξελέγη δήμαρχος Κηφισιάς το 1994 και από το 2000 είναι βουλευτής Ιωαννίνων με τη Ν.Δ. Διορίστηκε υπουργός Πολιτισμού επί Σαμαρά και το 2019 έγινε πρόεδρος της Βουλής. Στις 12 Φεβρουαρίου 2025 εξελέγη Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην 4η ψηφοφορία με 160 ψήφους.