Λίγο πριν τις 10:00 το πρωί οδηγήθηκε στο Αεροδικείο Αθηνών ο Σμήναρχος της Πολεμική Αεροπορία που έχει ομολογήσει συμμετοχή σε υπόθεση κατασκοπείας με αποδέκτη την Κίνα. Η παρουσία του στο στρατιωτικό δικαστήριο σηματοδοτεί μια κρίσιμη φάση σε μία υπόθεση που, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής άμυνας και της νατοϊκής ασφάλειας.
Ο αξιωματικός, ο οποίος υπηρετούσε στο Καβούρι, απολογείτο επί ώρες από χθες για τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Πηγές με γνώση της έρευνας αναφέρουν ότι οι Αρχές κινήθηκαν την κατάλληλη χρονική στιγμή, καθώς υπήρχαν ενδείξεις ότι επρόκειτο να διαβιβάσει νέο «πακέτο» πληροφοριών προς το Πεκίνο, υλικό που σχετιζόταν με δομές και λειτουργίες του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, εξετάζεται σοβαρά η πληροφορία ότι είχε επιχειρήσει να στρατολογήσει και άλλα στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, ο Σμήναρχος είχε διατελέσει διοικητής μονάδας της Πολεμικής Αεροπορίας στο Καβούρι και στη συνέχεια μετακινήθηκε σε ειδική, διαβαθμισμένη μονάδα με άμεση σύνδεση με νατοϊκές δομές. Η θέση αυτή του παρείχε πρόσβαση σε άκρως απόρρητες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων δεδομένα για συχνότητες επικοινωνιών κρίσιμων οπλικών συστημάτων, ακόμη και νατοϊκών υποβρυχίων.
Από την ανάκριση προέκυψε ότι χρησιμοποιούσε ειδικό λογισμικό, μέσω του οποίου φέρεται να απέστελλε διαβαθμισμένο υλικό στον σύνδεσμό του στο Πεκίνο. Το συγκεκριμένο εύρημα έχει τεθεί στο μικροσκόπιο των ψηφιακών εγκληματολογικών εργαστηρίων, καθώς εκτιμάται ότι το λογισμικό σχεδιάστηκε ώστε να δυσκολεύει τον εντοπισμό και την ιχνηλάτηση της διαρροής.
Η ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ και ο συναγερμός
Η σύλληψη του αξιωματικού γνωστοποιήθηκε επίσημα από το ΓΕΕΘΑ, το οποίο διευκρίνισε ότι η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε εντός στρατιωτικού χώρου, παρουσία εισαγγελέα, σε συνεργασία και πλήρη συντονισμό με άλλες κρατικές υπηρεσίες. Ο χρόνος και ο τρόπος της παρέμβασης δείχνουν ότι είχε προηγηθεί μακρά περίοδος συλλογής στοιχείων και αξιολόγησης του κινδύνου, με τις Αρχές να εκτιμούν ότι η διαρροή πληροφοριών βρισκόταν σε κρίσιμο σημείο κλιμάκωσης.
Η υπόθεση άνοιξε έπειτα από πληροφορία ξένης μυστικής υπηρεσίας, η οποία διαβιβάστηκε στις ελληνικές Αρχές και συγκεκριμένα στην ΕΥΠ. Η ειδοποίηση συνοδευόταν από σαφή σύσταση για διακριτική και μακροχρόνια παρακολούθηση. Από εκείνη τη στιγμή ενεργοποιήθηκε πολυεπίπεδος μηχανισμός επιτήρησης, που διήρκεσε μήνες, μέχρι να ληφθεί η απόφαση για τη σύλληψη.
Ένα προφίλ υψηλής τεχνογνωσίας
Ο κατηγορούμενος περιγράφεται ως αξιωματικός με ιδιαίτερα «βαρύ» βιογραφικό. Μηχανικός επικοινωνιών και συστημάτων πληροφορικής, με πολυετή εμπειρία σε κρίσιμα αντικείμενα, είχε επιτελικό ρόλο που αφορούσε την καρδιά των στρατιωτικών δικτύων και των ροών πληροφορίας. Η δράση του εκτεινόταν από την ανάπτυξη λογισμικού για ιπτάμενα ραντάρ και τη διαχείριση σύνθετων IT συστημάτων, έως τη συμμετοχή στη διαχείριση μεγάλων προγραμμάτων και συμβάσεων υψηλού επιχειρησιακού ενδιαφέροντος.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι φέρεται να ήταν διαπιστευμένος αξιολογητής του ΝΑΤΟ στον τομέα των συστημάτων επικοινωνιών και πληροφοριών (CIS), ενώ είχε και μεταπτυχιακές σπουδές σε αντικείμενα που συνδέονται με σύγχρονη τεχνολογία και οπλικά συστήματα. Παράλληλα, καλλιεργούσε έντονο επαγγελματικό ενδιαφέρον για την κυβερνοασφάλεια και τις επιπτώσεις της σε κρίσιμες υποδομές, τηλεπικοινωνίες και στον αεροπορικό τομέα.
Η νατοϊκή διάσταση και ο κίνδυνος διαρροής
Οι πληροφορίες που εξετάζονται φέρεται να αφορούν σε διαβαθμισμένα δεδομένα για επικοινωνίες, επιχειρησιακές λειτουργίες, κινήσεις μέσων και προσωπικού, καθώς και στοιχεία που συνδέονται με νατοϊκές ροές πληροφορίας. Όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, μια τέτοια διαρροή θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημιά όχι μόνο στην εθνική άμυνα, αλλά και στη Συμμαχία συνολικά, καθώς στη σύγχρονη δικτυοκεντρική πραγματικότητα, τα συστήματα επικοινωνίας και οι διαδικασίες κρυπτογράφησης αποτελούν κρίσιμους πολλαπλασιαστές ισχύος.
Ακόμη και χωρίς αποκάλυψη συγκεκριμένων επιχειρησιακών σχεδίων, η πρόσβαση σε τρόπους λειτουργίας, ιεραρχήσεις, πρωτόκολλα διασύνδεσης και προφίλ χρήσης δικτύων μπορεί να αποκαλύψει αδυναμίες και κρίσιμες παραμέτρους σε πιθανά σενάρια.
Στην κατοχή του αξιωματικού φέρεται να βρέθηκε ηλεκτρονική συσκευή με εγκατεστημένο «ειδικό λογισμικό», μέσω του οποίου φωτογράφιζε απόρρητα έγγραφα και τα απέστελλε στο εξωτερικό. Πρόκειται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, για εφαρμογή που συνδύαζε αποθήκευση, συμπίεση, κρυπτογράφηση και αποστολή υλικού, ακολουθώντας διαδικασίες που στόχευαν στην απόκρυψη της προέλευσης και της διαδρομής των δεδομένων.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι η εξαγωγή πληροφοριών δεν ήταν περιστασιακή πράξη, αλλά επαναλαμβανόμενη διαδικασία. Η σύλληψη αποφασίστηκε όταν κρίθηκε ότι είχε ήδη συγκεντρωθεί μεγάλος όγκος διαβαθμισμένου υλικού και υπήρχε άμεσος κίνδυνος περαιτέρω διοχέτευσής του.


