Σε μια απόφαση, ιδιαίτερης σημασίας για την Ελλάδα, προχώρησε η διοίκηση του γερμανικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού Deutsche Welle (DW), προαναγγέλλοντας την οριστική παύση της ελληνόφωνης υπηρεσίας του σταθμού. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύ πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και δραστικών περικοπών, το οποίο επιβλήθηκε μετά τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης από τον γερμανικό προϋπολογισμό.
Το πλέον αξιοσημείωτο και δυσάρεστο στοιχείο της απόφασης είναι πως η ελληνική υπηρεσία αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση ανάμεσα στις 32 γλώσσες που εκπέμπει ο οργανισμός. Είναι η μόνη που καταργείται καθολικά σε όλες τις πλατφόρμες της από την 1η Ιανουαρίου του 2027. Ενώ σε άλλες γλώσσες παρατηρούνται περιορισμοί, καμία άλλη δεν οδηγείται σε πλήρη αφανισμό.
Η επίσημη ανακοίνωση της διοίκησης
Στη σχετική ανακοίνωση της διοίκησης της Deutsche Welle αναφέρεται:
«Η ελληνόφωνη υπηρεσία της DW θα διακοπεί. Αυτή η υπηρεσία παρείχε ανεξάρτητη πληροφόρηση στο κοινό στην Ελλάδα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Λειτούργησε ως σημαντικό κανάλι διαλόγου κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, μεταφέροντας τις γερμανικές απόψεις στο ελληνικό κοινό. Η Ελλάδα είναι από καιρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι μια σταθερή δημοκρατία με ένα ποικίλο τοπίο Μέσων Ενημέρωσης, και για αυτό και η DW πρέπει να προχωρήσει στις περικοπές σε αυτόν τον τομέα».
Το σχέδιο προβλέπει τον περιορισμό εκπομπών και διαδικτυακών υπηρεσιών σε διάφορες άλλες γλώσσες, χωρίς ωστόσο να μπαίνει οριστικό λουκέτο σε αυτές.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση: «Οι γερμανόφωνες δημοσιογραφικές DW German και DW Learn German συγχωνεύονται, με τον προϋπολογισμό να μειώνεται σχεδόν στο μισό θα συγχωνευθεί με τα μαθήματα γερμανικής γλώσσας».
Παράλληλα, ο οργανισμός προχωρά στην κατάργηση περίπου 160 θέσεων πλήρους απασχόλησης παγκοσμίως, ενώ μειώνονται δραματικά τα κονδύλια για επενδύσεις, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον του ιστορικού μέσου.
«Αποδυνάμωση της DW»
Η γενική διευθύντρια της Deutsche Welle, Μπάρμπαρα Μάσινγκ, εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για τις συνέπειες αυτών των κινήσεων, επισημαίνοντας:
«Οι εξοικονομήσεις που κατέστησαν αναγκαίες από τις κρατικές περικοπές και την έλλειψη αποζημίωσης για τις συμφωνημένες συλλογικές αυξήσεις μισθών είναι εξαιρετικά επώδυνες. Αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητά μας σε μια εποχή που μια ισχυρή γερμανική και ευρωπαϊκή παρουσία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Ταυτόχρονα, θα συνεχίσουμε να προωθούμε την πρωτοβουλία της DW για την ποιότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια – αν και με βραδύτερο ρυθμό. Η DW θεωρείται ευρέως ως μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή πληροφοριών, τόσο σε αγορές υπό καθεστώς λογοκρισίας όσο και σε χώρες όπου η Γερμανία οικοδομεί στρατηγικές συνεργασίες. Η βιώσιμη χρηματοδότηση για το μέλλον είναι ζωτικής σημασίας, εάν θέλουμε να εκπληρώσουμε τη δημοσιογραφική μας εντολή σε έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό παγκόσμιο χώρο πληροφόρησης. Τώρα είναι η ώρα η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο να χαράξουν από κοινού την απαραίτητη πορεία».



