Το 21ο πακέτο κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας, το οποίο οσονούπω θα δημοσιευτεί στην επίσημη εφημερίδα της Ε.Ε., είναι πρώτη φορά αποτέλεσμα εθνικών συμβιβασμών ανάμεσα στα κράτη-μέλη, τα οποία, χωρίς να αμφισβητούν το συνολικό πακέτο κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, σπεύδουν να προφυλάξουν τμήμα των εθνικών συμφερόντων τους.
Ετσι, για έναν χρόνο η Πορτογαλία προστάτευσε τις ρωσικές εισαγωγές μπακαλιάρου στη χώρα, η Γερμανία και η Γαλλία προστάτευσαν τις μεγάλες μονάδες επεξεργασίας ψαριών.
Η Ελλάδα μπήκε και αυτή στον χορό και για έναν ολόκληρο χρόνο προστάτευσε ένα σημαντικό κομμάτι του ναυτιλιακού κλάδου. Η ελληνική ιδιαιτερότητα κόντεψε να στερήσει τους ταγούς της Ευρώπης από τη δυνατότητα επιβολής του 21ου πακέτου κυρώσεων. Σε κάθε περίπτωση βρέθηκε λύση και προχώρησε όλη η διαδικασία. Η Ελλάδα ήρε την αντίρρησή της, αφού εξασφάλισε προηγουμένως μεταβατική εξαίρεση για τη μεταφορά ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς τρίτες χώρες με ειδικά παγοθραυστικά ελληνόκτητα πλοία. Το πακέτο είναι πλέον θεσπισμένο και όχι απλώς πολιτικά συμφωνημένο και οι σχετικές νομικές πράξεις θα δημοσιευτούν στην επίσημη εφημερίδα της Ε.Ε.
Η ελληνική επιχειρηματολογία ήταν ότι η απαγόρευση μεταφοράς LNG προς τρίτες χώρες δεν θα περιόριζε τα ρωσικά έσοδα, αλλά θα μετέφερε το έργο σε κινεζικές, ιαπωνικές ή άλλες μη ευρωπαϊκές ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Η Αθήνα υποστήριξε ότι αυτά τα παγοθραυστικά πλοία δεν μπορούν να μεταφερθούν εύκολα σε άλλες δραστηριότητες και θα μπορούσαν τελικά να πωληθούν ή να περάσουν υπό τον έλεγχο μη δυτικών συμφερόντων.
Η εξαίρεση για τη μεταφορά προς τρίτες χώρες δεν ισοδυναμεί με άρση της απαγόρευσης εισαγωγής ρωσικού LNG στην Ε.Ε. Η ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθεί να οδεύει προς απαγόρευση των σχετικών εισαγωγών, ενώ η μεταβατική ρύθμιση επιτρέπει σε ευρωπαϊκές ναυτιλιακές επιχειρήσεις να συνεχίσουν προσωρινά να εξυπηρετούν φορτία που κατευθύνονται εκτός Ε.Ε. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον γεωπολιτικό στόχο, στην προστασία του ελληνόκτητου και κατ’ επέκταση του ευρωπαϊκού στόλου και στον κίνδυνο μετατόπισης της δραστηριότητας σε τρίτες χώρες.
Η Αθήνα υποστήριξε ότι η απαγόρευση θα κατέστρεφε επιχειρηματικές δραστηριότητες ελληνικών συμφερόντων, χωρίς να μειώσει ουσιαστικά τις ρωσικές εξαγωγές, επειδή τη μεταφορά θα αναλάμβαναν εταιρίες από την Κίνα ή άλλες τρίτες χώρες.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ελληνική ναυτιλιακή εταιρία, η οποία διαθέτει ειδικά παγοθραυστικά δεξαμενόπλοια κατηγορίας Arc7, σχεδιασμένα για τη μεταφορά LNG από τις ρωσικές εγκαταστάσεις Yamal στην Αρκτική. Τα πλοία αυτά, αξίας περίπου 300 εκατ. δολαρίων το καθένα, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εύκολα σε άλλες γραμμές με τους ίδιους οικονομικούς όρους. Η ελληνική πλευρά προειδοποίησε ότι, εάν απαγορευόταν η δραστηριότητά τους, θα μπορούσαν να περιέλθουν σε μη ευρωπαϊκά συμφέροντα, ενώ η μεταφορά ρωσικού LNG θα συνεχιζόταν.
Ετσι η Ελλάδα πέτυχε ουσιαστική τροποποίηση στην εφαρμογή παλαιότερου περιορισμού και προστάτευσε, τουλάχιστον μεταβατικά, έναν σημαντικό ναυτιλιακό κλάδο. Ο συμβιβασμός όμως δημιουργεί και προηγούμενο, και αυτό σημαίνει ότι σε έκφραση αλληλεγγύης και άλλα κράτη-μέλη αναμένουν από την Ελλάδα να πράξει το ίδιο όταν άλλα κράτη ζητήσουν αντίστοιχη προστασία. Δι’ αυτού του τρόπου ανοίγει ο δρόμος έτσι ώστε η ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων να μην είναι μόνο γεωπολιτική στρατηγική, αλλά και συνεχής διαπραγμάτευση εθνικών εξαιρέσεων.
Ωστόσο, οι συνολικές ευρωπαϊκές κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας βλάπτουν μεν τη ρωσική οικονομία, έχουν βαρύτατες επιπτώσεις δε και στην συνολική ευρωπαϊκή οικονομία, αφήνοντας απροστάτευτο τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη χωρίς καμιά ενημέρωση.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι Βρυξέλλες ουδέποτε μπήκαν στον κόπο να δημοσιεύσουν έστω και μία κοινωνικοοικονομική μελέτη επιπτώσεων, από απώλεια ρωσικών εσόδων μέχρι κόστος ανά κράτος-μέλος, συνέπειες ανά εισοδηματική ομάδα, κίνδυνος μετατόπισης της δραστηριότητας σε τρίτες χώρες και αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα. Η προσέγγιση αυτή δεν θα αποδυνάμωνε τις κυρώσεις. Θα τις καθιστούσε περισσότερο αποτελεσματικές, κοινωνικά δικαιότερες και πολιτικά βιώσιμες.
Για παράδειγμα, στα μέτρα για το πετρέλαιο, το συμβούλιο αποφάσισε να αναστείλει μέχρι τις 15 Ιουλίου 2027 την αυτόματη αναπροσαρμογή του ανώτατου ορίου τιμής του ρωσικού πετρελαίου. Το υφιστάμενο όριο παραμένει στα 44,10 δολάρια ανά βαρέλι, προκειμένου η Ρωσία να μην επωφεληθεί από την έκτακτη άνοδο των διεθνών τιμών που προκάλεσε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Την ίδια στιγμή, όμως, η Ε.Ε. δέχεται αγόγγυστα την εκτόξευση των διεθνών τιμών πετρελαίου, που φυσικά πηγαίνουν στις τσέπες πετρελαϊκών εταιριών και συρρικνώνουν τις τσέπες των Ευρωπαίων.
Επιπλέον, η Ε.Ε. έχει επιβάλει περαιτέρω περιορισμούς στις εισαγωγές αγαθών που αποφέρουν σημαντικά έσοδα στη Ρωσία (αξίας άνω των 60 εκατ. ευρώ), όπως μεταλλεύματα χαλκού, νικελίου, μολύβδου και πολύτιμων μετάλλων, ακατέργαστος ψευδάργυρος, μέταλλα των αλκαλικών γαιών, οξείδια του ψευδαργύρου και του χρωμίου, γυαλικά, απομιμήσεις μαργαριταριών και εξαρτήματα αυτοκινήτων, τα οποία ήταν απαραίτητα για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες.. Και το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Τελικά ποιον πλήττουν περισσότερο οι ανεξέλεγκτες ευρωπαϊκές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας;



